Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Μετρολογία – Βασικές μονάδες μέτρησης

Η Μετρολογία είναι η επιστήμη των μετρήσεων και περιλαμβάνει την επιστημονική έρευνα και τα προβλήματα της πρακτικής των μετρήσεων.
Η ποιότητα κάθε μέτρησης εστιάζεται στα εξής σημεία:
  • πόσο αξιόπιστη είναι η μέτρηση
  • πόσο ακριβής είναι η μέτρηση
  • πόσο αποτελεσματική είναι η επανάληψη της ίδιας μέτρησης υπό διαφορετικές αρχικές συνθήκες
Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα εξαρτάται από τους εξής παράγοντες που μπορεί να συνοδεύουν όλη τη διαδικασία: το χρησιμοποιούμενο όργανο, τη λήψη δεδομένων (επιλογή τιμών και απόρριψη άλλων), τη διαχείρισή τους (επιλογή κατάλληλης υπολογιστικής μεθόδου), καθώς επίσης και την εμπειρία του επιστήμονα, που εκτελεί το πείραμα. Για να υπάρχει πλήρης εναρμόνιση μεταξύ όλων των εμπορικών, επιστημονικών ή άλλων εταίρων, θα πρέπει τα φυσικά μεγέθη να είναι συγκρίσιμα μεταξύ τους. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούμε τα πρότυπα αναφοράς (standards) με τα οποία οφείλει κάθε μέγεθος (π.χ. μήκος, χρόνος, μάζα, πυκνότητα κ.ά.) να συγκρίνεται και να βαθμονομείται.

Συστήματα Ανίχνευσης Μονοχρωματικής Ακτινοβολίας

Η ανάπτυξη βασικών οργάνων μεγάλης διακριτικής ικανότητας (π.χ. φασματογράφοι και μικροσκόπια) για την επιστημονική έρευνα και για εφαρμογές στην αστρονομία, στη Φυσική των υψηλών ενεργειών, στη φασματοσκοπία Laser, στην πυρηνική ιατρική, στις οπτικές επικοινωνίες και αλλού, είχε ως συνέπεια την παράλληλη ανάπτυξη και των συστημάτων ανίχνευσης. Θα ήταν ανώφελο να διαθέταμε ένα φασματογράφο μέγιστης διακριτικής ικανότητας χωρίς να είχαμε τον κατάλληλο φωτοπολλαπλασιαστή για τη μέτρηση ασθενέστατων εντάσεων. Έτσι τα συστήματα ανίχνευσης αναπτύχθηκαν εξίσου γρήγορα όσο και τα αντίστοιχα όργανα διάκρισης.

Ως αναπόσπαστο κομμάτι του ηλεκτρικού σήματος και ως το φυσικό επακόλουθο που δημιουργείται από την αλληλεπίδραση της ακτινοβολίας με την ύλη θεωρείται ο θόρυβος.Η βασική έρευνα που έγινε στον κλάδο της Ηλεκτρονικής μάς εφοδίασε με τα φωτοκύτταρα, τις φωτοδιόδους και τους φωτοπολλαπλασιαστές, τον ανιχνευτή εικόνας, τις φωτοαντιστάσεις και τα φωτοτρανζίστορς.

Διατάξεις Ανίχνευσης της Ακτινοβολίας
Τα ανιχνευτικά συστήματα για τις μονοχρωματικές ακτινοβολίες (με έμφαση τις ακτίνες Laser) αντιπροσωπεύονται ουσιαστικά από τους κβαντικούς ή φωτοηλεκτρικούς ανιχνευτές, που καταμετρούν τον αριθμό των φωτονίων και η απόδοσή τους εξαρτάται από το μήκος κύματος της προσπίπτουσας ακτινοβολίας. Κύριοι εκπρόσωποι της κατηγορίας αυτής είναι: το φωτοκύτταρο, το φωτοστοιχείο και ο φωτοπολλαπλασιαστής. Τους ανιχνευτές αυτούς θα περιγράψουμε παρακάτω. Η καταγραφή των φωτονίων γίνεται με διάφορες τεχνικές, τις οποίες θα αναφέρουμε εν συντομία.

Φωτοκύτταρο
Η λειτουργία ενός φωτοκυττάρου στηρίζεται στην Αρχή του Εξωτερικού Φωτοηλεκτρικού Φαινομένου. Φως ενέργειας  hν προσπίπτει στην κάθοδο του φωτοκυττάρου (Σχήμα 1), η επιφάνεια C της οποίας αποτελείται συνήθως από αλκαλικές ενώσεις, και εκλύει δευτερογενή ηλεκτρόνια. Λόγω της εφαρμοζόμενης διαφοράς δυναμικού, τα ηλεκτρόνια οδεύουν προς την άνοδο A. Από την αντίσταση R διέρχεται ρεύμα έντασης Ι, που είναι ανάλογο του αριθμού των εκλυόμενων ηλεκτρονίων. Στα άκρα της αντίστασης δημιουργείται διαφορά δυναμικού ΔV=ΙR. Η ένταση της προσπίπτουσας ακτινοβολίας ανάγεται επομένως είτε στη μέτρηση στιγμιαίων εντάσεων Ι είτε στη μέτρηση της διαφοράς δυναμικού ΔV.

Τα δευτερογενή ηλεκτρόνια μπορεί να αποκλίνουν της αρχικής τους πορείας με αποτέλεσμα την αλλοπρόσαλλη άφιξή τους στην άνοδο. Για την εξάλειψη αυτής της διαταραχής εφαρμόζεται, μεταξύ καθόδου και ανόδου, υψηλή τάση (4kV), έτσι ώστε όλα τα ηλεκτρόνια να συγκεντρώνονται σε αξονική πορεία. Τέτοιου είδους φωτοκύτταρα κατέχουν μεγάλη ακρίβεια και ευαισθησία σήματος.

Σχήμα 1 Η πρόσπτωση φωτονίων hν επί της καθόδου C εκλύει πλήθος ηλεκτρονίων που οδεύουν προς την άνοδο A του φωτοκυττάρου. Το αμπερόμετρο δείχνει ένδειξη διέλευσης ηλεκτρικού ρεύματος Ι. Το σήμα ανόδου (υπό μορφή τάσης ΔV) μπορεί να ληφθεί και από τα άκρα μίας αντίστασης φορτίου R.

Χαρακτηριστικό μέγεθος του φωτοκυττάρου είναι η κβαντική απόδοση η(λ), που ορίζεται από τη σχέση του πλήθους των παραγόμενων δευτερογενών ηλεκτρονίων (ne) ως προς το πλήθος των προσπιπτόντων φωτονίων (nPh):
n(λ) = ne/hPh

Η ευαισθησία S εξαρτάται από το μήκος κύματος της προσπίπτουσας ακτινοβολίας και είναι χαρακτηριστικό μέγεθος του υλικού της καθόδου. Από τη σχέση προκύπτει:
S = I/P = n(λ) e /hν

Παράδειγμα: Σε μία φωτοδίοδο προσπίπτει ορατή ακτινοβολία λ=600nm και έντασης περίπου I=10^(–10)W. Η φωτοδίοδος έχει κβαντική απόδοση η=0.2. Το φωτορεύμα θα έχει τιμή P=10^(–11)Ampere, το οποίο μπορούμε να μετρήσουμε με ένα ευαίσθητο ηλεκτρόμετρο.

Φωτοστοιχεία ημιαγωγών
Η λειτουργία των ανιχνευτών της κατηγορίας αυτής στηρίζεται στην Αρχή του Εσωτερικού Φωτοηλεκτρικού Φαινομένου και ειδικότερα στη φωτοαγωγιμότητα και το φωτοβολταϊκό φαινόμενο.

Στο φαινόμενο της φωτοαγωγιμότητας και με την εφαρμογή μίας εξωτερικής τάσης επί του ημιαγωγού, το προσπίπτον φως προκαλεί αύξηση της ηλεκτρικής του αγωγιμότητας και κατά συνέπεια τη δημιουργία φωτορεύματος, το οποίο στην επόμενη βαθμίδα ενισχύεται και ανιχνεύεται.

Αντίθετα, το φωτοβολταϊκό φαινόμενο εμφανίζεται σε διατάξεις ημιαγωγών, π.χ. επαφές p–n και οφείλεται στο φράγμα δυναμικού που αναπτύσσεται στην περιοχή της επαφής. Το πλεονέκτημα αυτής της κατηγορίας είναι ότι το κύτταρο δημιουργεί μία δική του ΗΕΔ, η οποία παράγει ρεύμα ανάλογο της ποσότητας του προσπίπτοντος φωτός και επομένως δεν απαιτείται εξωτερική ηλεκτρική πηγή.

Η φωτοαγωγιμότητα βρίσκει εφαρμογή στην κατασκευή των φωτοαντιστάσεων, ενώ το φωτοβολταϊκό φαινόμενο στις φωτοδιόδους και στα φωτοτρανζίστορς. Τα στοιχεία αυτά είναι χρήσιμα αισθητήρια όργανα για μία ποικιλία εφαρμογών, από την απλή μέτρηση μέχρι τον έλεγχο του φωτός στους οδικούς άξονες ή σε συστήματα ρομποτικής. Οι ιδιότητες των φωτοστοιχείων ημιαγωγών είναι δυνατόν να συνοψιστούν στα εξής σημεία: (α) η φασματική τους ευαισθησία εκτείνεται σε μία μεγάλη περιοχή του ΗΜ φάσματος από το ορατό μέχρι το υπέρυθρο, (β) για τον περιορισμό των θερμικά παραγόμενων ηλεκτρικών φορέων (γεγονός που συνεπάγεται αύξηση του θορύβου) οι ανιχνευτές ψύχονται σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία, χρησιμοποιώντας υγρό ήλιο, (γ) για τη μέτρηση μίας φωτεινής ακτινοβολίας (π.χ. ενός Laser) χρησιμοποιούνται συνήθως φωτοδίοδοι ημιαγωγών από πυρίτιο, γερμάνιο ή άλλες ενώσεις GaAs, CdS και CdSe, των οποίων τα χαρακτηριστικά (π.χ. η κβαντική απόδοση) αναφέρονται σε τεχνικά εγχειρίδια των κατασκευαστικών εταιρειών.

Τα φωτοστοιχεία ημιαγωγών έχουν επίσης τις εξής ιδιότητες: α) υψηλή αξιοπιστία στη μετατροπή φωτεινών σημάτων σε ηλεκτρικούς παλμούς και μεγάλη απόδοση επειδή εμφανίζουν εσωτερική ενίσχυση του σήματος, β) μεγάλη επαναληπτικότητα και αξιοπιστία στα τεχνικά τους χαρακτηριστικά, γ) λειτουργία σε χαμηλές ηλεκτρικές τάσεις, δ) μικρές διαστάσεις και συνεπώς απλή ενσωμάτωση σε μικροσυσκευές (π.χ. οπτικές ίνες) και ε) μεγάλη μηχανική αντοχή και μεγάλο χρόνο ζωής.

Φωτοπολλαπλασιαστής
Όταν η ένταση της προσπίπτουσας ακτινοβολίας είναι πολύ ασθενής, η φωτοδίοδος δεν είναι σε θέση να δώσει στην έξοδο ισχυρό σήμα που να μπορεί να μετρηθεί. Τότε, αντί της φωτοδιόδου, χρησιμοποιούμε ένα άλλο είδος ανιχνευτή, που ενισχύει την προσπίπτουσα ακτινοβολία με την έκλυση δευτερογενών ηλεκτρονίων. Τέτοιου είδους διατάξεις καλούνται φωτοπολλαπλασιαστές (Photomultiplier).

Η βασική αρχή λειτουργίας του φωτοπολλαπλασιαστή είναι η εξής: όταν μία δέσμη φωτός προσπέσει πάνω σε ορισμένα υλικά (π.χ. κράμα αντιμονίου και καισίου), η ενέργεια που αντιστοιχεί στη φωτεινή δέσμη διεγείρει ηλεκτρόνια του υλικού τα οποία ξεφεύγουν από την επιρροή του ατόμου. Η διαδικασία αυτή καλείται έκλυση φωτοηλεκτρονίων.


Σχήμα 2 Ηλεκτρονική διάταξη ενός φωτοπολλαπλασιαστή. Η πρόσπτωση φωτονίων στην κάθοδο εκλύει φωτοηλεκτρόνια, τα οποία προσπίπτουν στην πρώτη δύνοδο δημιουργώντας με τη σειρά τους δευτερογενή έκλυση φωτοηλεκτρονίων. Στις διαδοχικές δυνόδους αναπαράγονται εκατομμύρια φωτοηλεκτρόνια μέχρι να αφιχθούν στην άνοδο. R και C είναι η αντίσταση φορτίου και ο πυκνωτής αντίστοιχα. Η επιτάχυνση των ηλεκτρονίων από δύνοδο σε δύνοδο γίνεται με την εφαρμογή μίας ηλεκτρικής τάσης μεταξύ των δυνόδων.

Ένας τυπικός φωτοπολλαπλασιαστής ΡΜ αποτελείται από μία φωτοευαίσθητη μεταλλική πλάκα (τη φωτοκάθοδο), που βρίσκεται μέσα σε αερόκενο σωλήνα, Σχήμα 2. Μικρός αριθμός φωτονίων ενέργειας hν προσπίπτει στη φωτοκάθοδο του PM και εκλύει πρωτογενή ηλεκτρόνια. Λόγω της διαφοράς δυναμικού (100V) που εφαρμόζεται μεταξύ των δυνόδων, τα φωτοηλεκτρόνια επιταχύνονται και διοχετεύονται σε μία θετική πλάκα, που θεωρείται ως η πρώτη βαθμίδα ενίσχυσης και καλείται πρώτη (1) δύνοδος. Κάθε ηλεκτρόνιο που προσπίπτει στην πρώτη δύνοδο δημιουργεί ένα νέο πλήθος άλλων ηλεκτρονίων με δευτερεύουσα εκπομπή, εκλύοντας q–δευτερογενή ηλεκτρόνια (q>1), που διοχετεύονται στη δεύτερη (2) δύνοδο εκλύοντας νέο αριθμό δευτερογενών ηλεκτρονίων, που εν συνεχεία διοχετεύονται προς την τρίτη δύνοδο κ.ο.κ. Το φαινόμενο αυτό επαναλαμβάνεται σε όλες τις δυνόδους δίνοντας ενίσχυση στην τελική βαθμίδα μεγέθους 10^5–10^6. Οι τιμές αυτές εξαρτώνται από τον αριθμό των δυνόδων και τη γεωμετρική διάταξη του PM. Όσο περισσότερες είναι οι δύνοδοι τόσο μεγαλύτερο θα είναι το αποτέλεσμα της ενίσχυσης. Το ρεύμα που διαρρέει την άνοδο του φωτοπολλαπλασιαστή δίνεται από τη σχέση:
Ι = (P/hν) n(λ)eq^k = (P/hν) n(λ)eM

όπου ο λόγος P/hν δίνει το πλήθος των φωτονίων που προσπίπτει στη φωτοκάθοδο.Τα μεγέθη η(λ), k και M χαρακτηρίζουν την κβαντική απόδοση, τον αριθμό των δυνόδων και τον παράγοντα ενίσχυσης του ΡΜ αντίστοιχα (σημ: Ο παράγοντας ενίσχυσης M δεν μπορεί να αυξηθεί απεριόριστα, γιατί τότε θα αυξανόταν παράλληλα και το ρεύμα σκότους που οφείλεται στη θερμιονική εκπομπή μεταξύ της φωτοκαθόδου και της πρώτης δυνόδου και θα δημιουργούσε θόρυβο στο σήμα εξόδου. Για έναν κλασικό τύπο φωτοπολλαπλασιαστή (RCA, C31034) ο θερμικός θόρυβος ανέρχεται σε 3000 παλμούς ανά δευτερόλεπτο και μπορεί να περιοριστεί σε λιγότερο από 100 με ψύξη του PM σε θερμοκρασία –10C. Ένας άλλος τρόπος περιορισμού του θορύβου είναι με κατάλληλη επιλογή της σταθεράς χρόνου τ=RC του οργάνου (όπου R και C είναι οι τιμές της αντίστασης και του πυκνωτή στο κύκλωμα RC), με την προϋπόθεση ότι η επιλεγείσα τιμή RC αποδίδει αξιόπιστα το σήμα εξόδου στις χρονικές διακυμάνσεις της προσπίπτουσας ακτινοβολίας).

Μία από τις σπουδαιότερες εφαρμογές των φωτοπολλαπλασιαστών είναι η ανίχνευση και η ποσοτική μέτρηση της ακτινοβολίας ραδιενεργών υλικών. Οι φωτοπολλαπλασιαστές χρησιμοποιούνται επίσης στη μέτρηση του φθορισμού, που προκαλείται από μία χημική ουσία, της οποίας τα μόρια διεγείρονται από μία μονοχρωματική ακτίνα Laser.


Τεχνικές Καταμέτρησης Φωτονίων
Στην περίπτωση ασθενών φωτεινών εντάσεων είναι προτιμότερο να καταμετριέται ο αριθμός των εκλυόμενων φωτοηλεκτρονίων παρά να μετριέται η μέση τιμή του ρεύματος εξόδου. Και αυτό για τον εξής λόγο: το διερχόμενο ρεύμα μέσα από την αντίσταση φορτίου δημιουργεί στα άκρα της μία πτώση δυναμικού ίσης με V=I?R, της οποίας το μέσο τετράγωνο του θορύβου είναι περίπου του ίδιου μεγέθους με εκείνο του σήματος. Σε αυτήν την περίπτωση είναι πολύ δύσκολο να διακριθεί το σήμα από το θόρυβο.

Η τεχνική καταμέτρησης φωτονίων χρησιμοποιεί τη διάταξη του Σχήματος 3. Τα φωτοηλεκτρόνια παράγουν φορτίο Q στην έξοδο του φωτοπολλαπλασιαστή PM και προκαλούν παλμούς ύψους V=Q/C. Επειδή η διαδοχική άφιξη παλμών δεν έχει καμία συσχέτιση πλάτους, οι παλμοί αφού πρώτα ενισχυθούν, διαχωρίζονται από μία ηλεκτρονική διάταξη διευκρινιστή (Disc), ανάλογα με το ύψος τους, που τους μετατρέπει σε ομοειδείς ορθογώνιους παλμούς. Μεταβάλλοντας το όριο του κατωφλίου στο διευκρινιστή, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους πραγματικούς παλμούς από το θόρυβο.
Σχήμα 3 Σχηματική διάταξη της τεχνικής καταμέτρησης φωτονίων. Το σήμα εξόδου από το φωτοπολλαπλασιαστή (PM) ενισχύεται στη μονάδα Amp. Η μονάδα του διευκρινιστή Disc λειτουργεί ως κατώφλι παλμών. Η μονάδα Counter καταμετρά τους παλμούς και τους καταχωρεί σε έναν Η/Υ (PC) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως αναλυτής παλμών πολλαπλών καναλιών. Ο παλμογράφος Osc χρησιμοποιείται για την παρατήρηση του σήματος σε πραγματικό χρόνο.

Τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η τεχνική καταμέτρησης φωτονίων (single photon counting technique) σε σχέση με τη μέτρηση της μέσης τιμής ρεύματος είναι τα εξής: (α) ο θόρυβος δυνόδων και οι μεταβολές ή οι διακυμάνσεις στον παράγοντα ενίσχυσης Μ του φωτοπολλαπλασιαστή δεν παίζουν κανέναν ουσιώδη ρόλο, εφόσον τα σήματα αυτά αποκόπτονται στη μονάδα του διευκρινιστή και (β) οι εξερχόμενοι παλμοί από το διευκρινιστή έχουν ορθογώνια μορφή με αποτέλεσμα την εύκολη μετατροπή τους σε ψηφιακή. Η σύνδεση του σήματος με ηλεκτρονικό υπολογιστή επιτρέπει τη ψηφιακή καταχώρηση και επεξεργασία του σήματος.


Μέτρηση συνεχούς συνιστώσας ηλεκτρικού σήματος
Αντιπροσωπευτικός τύπος αυτής της τεχνικής είναι το ηλεκτρόμετρο που λειτουργεί αναλογικά προς ένα αμπερόμετρο. Το όργανο αυτό ανάγει το σήμα της εξόδου του φωτοπολλαπλασιαστή σε ένδειξη ενός μέσου ρεύματος.

Η τιμή του ρεύματος εισόδου στο ηλεκτρόμετρο ισοσταθμίζεται (με τη σταθερά ανάδρασης τ=RC του ενισχυτή Αmp) δίνοντας στην έξοδο σήμα ανάλογο προς τη μέση τιμή εισόδου. Παρά την απλότητα της διάταξης του Σχήματος 4, το ηλεκτρόμετρο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο σε παρασιτικά σήματα του φωτοπολλαπλασιαστή, όπως π.χ. στον 1/ν–θόρυβο και στο ρεύμα σκότους. Για την εξάλειψη αυτών των παρασίτων κάθε ηλεκτρόμετρο κατέχει μία διάταξη μηδενικής ρύθμισης (zero offset control) που αντισταθμίζει τις ανεπιθύμητες συνεχείς συνιστώσες, χωρίς όμως να προκαλεί εξάλειψη και στις αντίστοιχες εναλλασσόμενες συνιστώσες του σήματος. Το ηλεκτρόμετρο δεν είναι κατάλληλο όργανο για την καταγραφή ασθενών σημάτων.

Σχήμα 4 Διάγραμμα ηλεκτρονικού κυκλώματος για τη μέτρηση της συνεχούς συνιστώσας ενός μέσου ρεύματος φωτονίων.

Ενισχυτής διαμορφωμένων σημάτων
Μία από τις πλέον γνωστές μεθόδους στον περιορισμό του θορύβου και στην ανίχνευση ασθενών σημάτων βασίζεται στην τεχνική διαμόρφωσης φάσης του σήματος εισόδου. Η τεχνική αυτή γνωστή ως ενίσχυση lock–in ή phase sensitive detector πραγματοποιεί στο στάδιο της προενίσχυσης ισχυρή υποβάθμιση του θορύβου.

Δύο είδη θορύβων μπορούν να εμφανιστούν κατά τη μέτρηση ενός ασθενούς σήματος: α) η πηγή να εκπέμπει ανεπιθύμητες συχνότητες και β) ο φωτοπολλαπλασιαστής να εμφανίζει θόρυβο που να είναι ισχυρότερος του σήματος.

Η πρώτη κατηγορία θορύβων δύσκολα εξαλείφεται διότι το αίτιο θεωρείται πρωτογενές, ενώ στη δεύτερη περίπτωση η εξάλειψη γίνεται με την τεχνική lock–in, όπως περιγράφεται παρακάτω, Σχήμα 5.

Σχήμα 5 Σχηματική διάταξη μέτρησης σημάτων με την τεχνική Lock–in. PM είναι ο φωτοπολλαπλασιαστής και Amp είναι η ενισχυτική βαθμίδα. PC είναι η μονάδα του H/Y.

Η προερχόμενη από μία πηγή ακτινοβολία hν διαμορφώνεται, με τη βοήθεια ενός περιστρεφόμενου οδοντωτού δίσκου, στη συχνότητα νR και προσπίπτει σε φωτοπολλαπλασιαστή (PM). Το σήμα εξόδου ενισχύεται και συνδέεται στην είσοδο Α του ενισχυτή. Στην είσοδο Β συνδέεται το σήμα αναφοράς, το οποίο είναι διαμορφωμένο και μπορεί να λάβει τιμές ίσες προς τα ακέραια πολλαπλάσια της συχνότητας νR.

Η έξοδος C του ενισχυτή δίνει μία εναλλασσόμενη συνιστώσα, η οποία είναι ανάλογη του σήματος εισόδου A και η οποία μπορεί να συνδεθεί με διάφορους τύπους καταγραφικών ή ακόμη με θύρες ηλεκτρονικού υπολογιστή για ψηφιακή επεξεργασία του σήματος. Στην έξοδο αυτή αποκόπτονται οι συχνότητες της εισόδου Α που διαφέρουν από τη συχνότητα διαμόρφωσης. Έτσι διαχωρίζεται το διαμορφωμένο σήμα από το θόρυβο. Η προσαρμογή του σήματος εισόδου Β στο σήμα εξόδου C εξαρτάται από την ταύτιση της συχνότητας διαμόρφωσης και αναφοράς.





  

Εφαρμογές των Λέιζερ

Από την εφεύρεση του πρώτου Laser το 1960 αναπτύχθηκαν εκατοντάδες τύποι που χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιούνται σε ειδικές ή γενικές εφαρμογές. Όσο και αν κάποιος προσπαθήσει να συλλέξει το πλήρες φάσμα των εφαρμογών Laser θα υπολείπεται πάντα μερικών. Έτσι, θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μόνο μία γενική εικόνα και παράλληλα να παραπέμψουμε τον αναγνώστη στην ελληνική και ξένη βιβλιογραφία, καθώς επίσης και στις ιστοσελίδες του Διαδικτύου με την αναζήτηση της φράσης Laser applications.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, το Laser έχει εξελιχθεί από μία πηγή μονοχρωματικής ακτινοβολίας σε ένα σπουδαίο εργαλείο για την επιστήμη, την τεχνολογία και την έρευνα. Μία εστιασμένη ακτίνα Laser είναι ό,τι το «θερμότερο» διαθέτει σήμερα ο άνθρωπος, ικανό να λειώσει το ατσάλι και να ελέγξει πυρηνικές αντιδράσεις.

Επεξεργασία υλικών
Η οπτική ισχύς ενός Laser και η τεράστια ενεργειακή του πυκνότητα το καθιστά αναντικατάστατο εργαλείο σε ένα ευρύ φάσμα βιομηχανικών εφαρμογών, όπου δίνεται έμφαση στην επεξεργασία των υλικών οποιασδήποτε σκληρότητας, πλαστικότητας, ή ευθραυστότητας. Επειδή μία δέσμη Laser είναι σχεδόν παράλληλη, μπορεί να εστιαστεί σε πολύ μικρή επιφάνεια προκαλώντας εξαιρετικά υψηλή ενεργειακή πυκνότητα. Η ιδιότητα αυτή του Laser χρησιμοποιείται στη συγκόλληση υλικών, ιδίως όταν κατέχουν διαφορετικούς συντελεστές θερμικής αγωγιμότητας (π.χ. συνδυασμός ανοξείδωτου χάλυβα και χαλκού), όπου οι συμβατικές τεχνικές συγκόλλησης αποτυγχάνουν.

Ολογραφία
Μία ενδιαφέρουσα εφαρμογή Laser είναι η ολογραφία και τα εξ αυτής παραγόμενα ολογράμματα, τα οποία παρέχουν μία τρισδιάστατη εικόνα ενός αντικειμένου. Σε μία σύνθετη διαδικασία, το φως Laser προσπίπτει σε ένα αντικείμενο και συλλέγεται από μία φωτοευαίσθητη φωτογραφική πλάκα. Λόγω των μοναδικών ιδιοτήτων του σύμφωνου φωτός, στο είδωλο δίνεται η έννοια του βάθους, μία παραίσθηση που παραμένει ακόμα και όταν παρατηρείται το ολόγραμμα από διαφορετικές γωνίες. Ίσως το πλέον συνηθισμένο ολόγραμμα να είναι η κατοπτρική υφή μίας πιστωτικής κάρτας, όπου ανάλογα με το φωτισμό αποκαλύπτονται εικόνες και χρώματα κάνοντας ακόμη πιο αλώβητο το βαθμό ασφάλειας από την παραχάραξη. Ανάλογη υφή έχουν και τα ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα του ευρώ.

Παγίδευση ιόντων με Laser
Ένα νέφος ατόμων μπορεί όχι μόνο να θερμανθεί με ακτινοβολία Laser, αλλά και να ψυχθεί! Η ενδιαφέρουσα αυτή τεχνική, «ψύξη με Laser», (Laser cooling) αποτελείται από μία παγίδα ιόντων (ion trapping), όπου μερικά ιόντα εγκλωβίζονται σε μία ειδικά διαμορφωμένη διάταξη με την εφαρμογή ενός ηλεκτρικού και μαγνητικού πεδίου. Με την ακτινοβόληση συγκεκριμένου μήκους κύματος ενός Laser, είναι δυνατόν να μεταφερθεί ορμή από τα ιόντα προς τα φωτόνια. Έτσι, τα ιόντα χάνουν ενέργεια, επιβραδύνονται και τελικά ψύχονται. Αν αυτός ο μηχανισμός συνεχιστεί, τότε ενδεχομένως όλα τα ιόντα της παγίδας να υποστούν «ψύξη», δημιουργώντας μία ασυνήθιστη μορφή της ύλης, γνωστή ως συμπύκνωση Bose–Einstein, προς τιμή του Ινδού φυσικού Satyendra Bose (1894–1974, Παρότι απονεμήθηκαν, για τις θεωρίες του, περισσότερα του ενός βραβεία Nobel, στον ίδιο δεν απονεμήθηκε ποτέ η μεγάλη αυτή διάκριση. Τα βραβεία Nobel απονέμονται μόνο σε εν ζωή επιστήμονες). Το 1989 το βραβείο Nobel Φυσικής απονεμήθηκε στο γερμανό φυσικό Wolfgang Paul (1913–1993) για τη συμβολή του στην ανάπτυξη της τεχνικής της παγίδευσης ιόντων.

Ιατρική
Τα Lasers παίζουν σημαντικό ρόλο στην Ιατρική. Η πλέον γνωστή εφαρμογή τους είναι στην οφθαλμολογική χειρουργική και ειδικότερα στην περίπτωση της αποκόλλησης του αμφιβληστροειδή από το χοριοειδή χιτώνα. Η θεραπεία στην περίπτωση αυτή συνιστάται στη συγκόλληση των χιτώνων που έχουν αποκολληθεί ή στην πήξη των αγγείων τους. Σημαντική όμως προσφορά τους αποδίδεται και στις χειρουργικές επεμβάσεις, όπου οι ακτίνες Laser έχουν αντικαταστήσει το χειρουργικό νυστέρι. Πηγές Laser διοξειδίου του άνθρακα και Nd:YAG έχουν εκτοπίσει τη χειρουργική «σμίλη» σε λεπτεπίλεπτες επεμβάσεις σε εσωτερικά όργανα του ασθενούς, π.χ. τραχεία, φάρυγγας και το μέσον αυτί, στα οποία η αδυναμία πρόσβασης κάνει δύσκολη την εγχείρηση. Στη δερματολογία, τα Lasers χρησιμοποιούνται για καυτηριάσεις στην επιφάνεια του δέρματος και στην αφαίρεση του τατουάζ. Το βασικό πλεονέκτημα των Lasers είναι η ικανότητα της θερμοπηξίας του αίματος, η έλλειψη μετεγχειρητικού οιδήματος και η ταχεία ανάρρωση του ασθενούς.

Ο κύριος ρόλος των Lasers και των εφαρμογών τους στην Ιατρική προσανατολίζεται προς τη διάγνωση και την έγκαιρη πρόληψη.  Η χρήση νέων διαγνωστικών τεχνικών (οπτική τομογραφία, διφωτονική μικροσκοπία κ.ά.) μπορούν να οδηγήσουν στην ανίχνευση π.χ. ίχνη νεοπλασιών σε μοριακό επίπεδο.

Θερμοπυρηνική σύντηξη
«Στο εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου εκατομμύρια βαθμοί Κελσίου» ήταν η φράση με την οποία μία ομάδα αμερικανών φυσικών παρουσίασαν σε συνέδριο της Μαδρίτης (1988) τη δυνατότητα ταχείας θέρμανσης πλάσματος υδρογόνου, με υπερβραχείς παλμικές ακτίνες Laser και τη μετατροπή του σε Ήλιο (He) με την ταυτόχρονη έκλυση ενέργειας που αντιστοιχούσε σε εκατομμύρια βαθμούς Κελσίου. Τέτοιου είδους διεργασίες συμβαίνουν μόνο στον ήλιο και είναι γνωστές ως πυρηνική σύντηξη. Επομένως, ο ήλιος θεωρείται ως πρότυπο δημιουργίας γήινης θερμοπυρηνικής σύντηξης.

Μέχρι πρότινος δεν υπήρχαν αντίστοιχες πηγές Laser υπεριώδους (καθότι το υπέρυθρο και το ερυθρό αντανακλώνται από το πλάσμα) για την επίτευξη μεγαλεπήβολων σχεδίων. Οι μεγάλες και τεχνικές μηχανολογικές δυσκολίες έχουν σχεδόν ξεπεραστεί με την κατασκευή αρχικά του Nova και κατόπιν του γιγαντιαίου Athena project (Livermore της Καλιφόρνιας) και του Gekko XII (Οζάκα της Ιαπωνίας). Με τα τεράστια αυτά «κανόνια Laser» επιδιώκεται να συγκεντρωθεί (σε ένα σημείο του χώρου) ενέργεια ίση προς 10 εκατομμύρια Joule. Μέσα σε αυτό το Inferno στόχος είναι ένας πυρήνας υδρογόνου, ώστε οι επακόλουθες διεργασίες να είναι ανάλογες εκείνων του ηλίου και να προκύψει έκλυση θερμοπυρηνικής ενέργειας ικανής για περαιτέρω αξιοποίηση.

Φωτοχημεία
Στη Χημεία μελετήθηκαν μηχανισμοί που απαιτούσαν απειροελάχιστη χρονική ανάλυση, καθώς και τα προϊόντα χημικών αντιδράσεων. Όμως η μεγάλη πρόοδος επιτελέστηκε στη φωτοχημεία λόγω των εξαιρετικών επιδόσεων του Laser σε μονοχρωματικότητα, λαμπρότητα και κατευθυντικότητα. Δόθηκε συνεπώς η δυνατότητα της επιλεκτικής απορρόφησης του φωτός από τα άτομα και τα μόρια της ύλης, ιδιότητα την οποία καμία άλλη φωτεινή πηγή δεν διέθετε μέχρι τότε. Μερικά συστήματα Laser παράγουν εξαιρετικά υπερβραχείς παλμούς που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την έναρξη και την ανάλυση μίας χημικής αντίδρασης. Η τεχνική αυτή είναι γνωστή ως  femtoχημεία.

Οι υπερβραχείς παλμοί χρησιμοποιούνται για να εξετάσουν τις ενδιάμεσες διεργασίες των αντιδράσεων μέσα από μία πολύ υψηλή χρονική ανάλυση που επιτρέπει την ανίχνευση των βραχύβιων παραγόμενων ενδιάμεσων προϊόντων. Αυτή η μέθοδος είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στη βιοχημεία για την ανάλυση των πρωτεϊνικών λειτουργιών.

Φασματοσκοπία Laser
Μία από τις πρώτες ιδέες εφαρμογών των Lasers ήταν τα πεδία της Φυσικής και της Χημείας. Στη Φυσική, η «δράση» των Lasers χρησιμοποιήθηκε για να μελετηθούν ακριβέστερα οι εργασίες των Kirchoff, Bunsen, Frauenhofer και άλλων σπουδαίων πρωτεργατών της φασματοσκοπίας του 18ου και 19ου αιώνα με σύγχρονες τεχνικές, δημιουργώντας έτσι ένα ολόκληρο πεδίο έρευνας, τη φασματοσκοπία Laser.

Laser ημιαγωγών
Αν και το πρώτο Laser που αναπτύχθηκε ήταν στερεάς κατάστασης, για πολλά χρόνια τα πιο κοινά εμπορικά συστήματα ήταν τα Lasers αερίου Ηλίου–Νέου, τα Lasers ιόντων αργού και των οργανικών χρωστικών ουσιών. Τα Lasers He–Ne περιορίστηκαν σε εκπαιδευτικά πειράματα επίδειξης, τα Lasers Ar+ απαιτούσαν μεγάλες παροχές ηλεκτρικού ρεύματος και πηγές ψύξης, ενώ οι χρωστικές ουσίες ήταν συχνά τοξικές.

Η τάση της τεχνολογίας σήμερα είναι προς τα Lasers ημιαγωγών και στερεάς κατάστασης, ως αποτέλεσμα της απλής χρήσης και της αξιοπιστίας τους. Ένα διοδικό Laser είναι βασισμένο σε μία δομή ημιαγωγών πολλαπλών στρωμάτων που καθορίζει το μήκος κύματος εκπομπής. Δεδομένου ότι κατασκευάζονται με τις ίδιες τεχνικές που χρησιμοποιούνται και για τα κυκλώματα των υπολογιστών, τα διοδικά Laser είναι σήμερα τα πλέον οικονομικά. Εκπέμπουν ισχύ έως και δεκάδες Watt, κυρίως όταν κατασκευάζονται σε σειριακή μορφή (Laser diode array).

Διοδικά Laser που είναι σήμερα εμπορικά διαθέσιμα εκπέμπουν ένα ευρύ οπτικό φάσμα από το υπέρυθρο έως και το κυανό μήκος κύματος. Οι εφαρμογές τους περιλαμβάνουν τους πομποδέκτες τηλεπικοινωνιών, τα CD και τους δείκτες Laser (Laser pointer). Ίσως η πλέον διαδεδομένη εφαρμογή Laser είναι η χρήση τους στα compact disks (CD). Οι δίσκοι CD και DVD περιέχουν διαμορφωμένες τις ακουστικές και οπτικές πληροφορίες επί ειδικής επιφάνειας, η ακτίνα Laser διαβάζει τις πληροφορίες χωρίς να έρθει σε επαφή με το υλικό, παρέχοντας κατά συνέπεια μία σχεδόν άπειρη διάρκεια ζωής στο δίσκο.

Οπτικές επικοινωνίες
Οι πιο σύγχρονες εφαρμογές Laser εμφανίζονται στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών, όπου ένα σκέλος του οπτικού συστήματος (δηλαδή η οπτική ίνα) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να διαβιβάσει μία πληροφορία (π.χ. φωνή ή δεδομένα) σε μεγάλες αποστάσεις με ασφάλεια και χωρίς την εξάρτηση των ατμοσφαιρικών συνθηκών. Τα καλώδια των οπτικών ινών είναι συνεπώς ο βασικός παράγοντας για τη λειτουργία των οπτικών επικοινωνιών, επειδή προσφέρουν τη δυνατότητα αποστολής φωτεινών ψηφιακών σημάτων υψηλής ποιότητας και χαμηλών απωλειών. Επίσης, μεταφέρουν περισσότερες πληροφορίες από τα χάλκινα καλώδια, καθιστώντας τα ικανά για τις σημερινές τεχνολογικές απαιτήσεις. Τα φωτεινά σήματα μπορούν να διαμορφωθούν (π.χ. με πληροφορίες) είτε από διόδους LED είτε από Laser. Τα τελευταία έχουν το σημαντικό πλεονέκτημα της μονοχρωματικότητας, που επιτρέπει την ελάχιστη δυνατή αλλοίωση της μορφής των παλμών κατά μήκος της οπτικής ίνας. Φωτονικές διατάξεις που χρησιμοποιούνται στις οπτικές επικοινωνίες αποτελούνται από διοδικά Laser σε μέγεθος ενός κόκκου σιταριού και με κατανάλωση ενέργειας <1mW.

Τηλεμετρήσεις
Το Laser Ηλίου–Νέου και τα διοδικά Laser αποτελούν μέρος τυποποιημένων διατάξεων για μετρήσεις μεσαίων αποστάσεων. Ένας παλμός Laser στέλνεται προς έναν ανακλαστήρα. Μετριέται η χρονική διαφορά μεταξύ εκπεμπόμενου και επιστρέφοντος παλμού για να υπολογιστεί η απόσταση πηγής και κατόπτρου. Αυτή η τεχνική της τηλεμετρίας χρησιμοποιείται στη γεωδαισία και στη χαρτογράφηση. Με ανάλογες τεχνικές (αλλά με ισχυρότερες δέσμες Laser) μετρήθηκε με πολύ μεγάλη ακρίβεια η απόσταση γης–σελήνης, όταν οι αστροναύτες των αποστολών ΑΠΟΛΛΩΝ 11 και 14 τοποθέτησαν στην επιφάνεια της σελήνης μεγάλα ανακλαστικά κάτοπτρα, τα οποία σκόπευαν συγκεκριμένο σημείο της γης. Ανάλογες τηλεμετρήσεις γίνονται σήμερα και με γεωστατικούς δορυφόρους για τη μελέτη της απομάκρυνσης των ηπείρων.

Τηλεπισκόπηση
Μία πολύ ενδιαφέρουσα εφαρμογή των ακτίνων Laser είναι σε μετρήσεις του ατμοσφαιρικού περιβάλλοντος. Σε αντίθεση με τις κλασικές μεθόδους ανίχνευσης και ανάλυσης των ανθρωπογενών ρυπογόνων ουσιών, η τεχνική LIDAR (Light Detection and Ranging) επιτρέπει (με τη βοήθεια της αλληλεπίδρασης της οπτικής ακτινοβολίας Laser και των συστατικών της ατμόσφαιρας) την τηλεπισκόπηση των αέριων ρύπων. Το σύστημα LIDAR λειτουργεί επί της ίδιας αρχής όπως και ένα RADAR και είναι σε θέση να εκτελεί ποιοτικές και ποσοτικές αναλύσεις από απόσταση και σε συγκεκριμένη περιοχή ρύπανσης. Η δέσμη Laser μπορεί να περιστρέφεται προς όλες τις διευθύνσεις του χώρου δίνοντας έτσι τη δυνατότητα δισδιάστατης και τρισδιάστατης χαρτογράφησης των ρύπων. Για την απορρόφηση της δέσμης Laser από κάποια ουσία, θα πρέπει το μήκος κύματος λ της οπτικής δέσμης να συμπίπτει με ένα αντίστοιχο μήκος κύματος (λon) του φάσματος απορρόφησης της ρυπογόνου ουσίας.

Η μεθοδολογία που ακολουθείται ονομάζεται διαφορική απορρόφηση (DIAL) και στηρίζεται στην εκπομπή δύο ακτινοβολιών, με μήκη κύματος λon και λoff, όπου το λoff είναι ένα μήκος κύματος εκτός της γραμμής απορρόφησης της ουσίας. Από την επιστροφή των δύο αυτών σημάτων και με κατάλληλη επεξεργασία υπολογίζεται η συγκέντρωση της ουσίας.

Με ένα σύστημα LIDAR μπορεί να μετρηθούν αέριοι ρύποι, όπως π.χ. SO2, NO2, όζον και αερολύματα με ελάχιστες τιμές ανίχνευσης 5–10ppb, χωρικής διάκρισης του ρύπου περίπου 5 μέτρα και απόσταση εμβέλειας της δέσμης 2–5 χιλιόμετρα. Τελευταία, γίνεται προσπάθεια τηλεπισκόπησης των υδρατμών και του μεθανίου (στα στρώματα της ατμόσφαιρας) επειδή μαζί με το διοξείδιο του άνθρακα θεωρούνται αιτίες για τη δημιουργία του φαινομένου του θερμοκηπίου.

Laser show
Τα Lasers έχουν βρει επίσης μία θέση στον κόσμο της ψυχαγωγίας: συναυλίες περιλαμβάνουν συχνά φωτιστικά εφφέ σε ένα συγχρονισμένο «χορό» μουσικής και φωτός.

Στρατιωτικές εφαρμογές
Αμέσως μετά την εφεύρεση των Lasers έγιναν εντατικές προσπάθειες για την εφαρμογή τους σε στρατιωτικούς σκοπούς. Με την ανάπτυξη τελευταίων τύπων (π.χ. χημικά Laser και Laser υπεριώδους) δόθηκε η εντύπωση κάποιας προόδου στη χρήση του Laser ως κατευθυνόμενου ενεργειακού όπλου κυρίως για αμυντικές εφαρμογές! Πρόκειται για διατάξεις συμπαγείς και αερομεταφερόμενες που τοποθετούνται σε ένα αεροσκάφος και θα μπορούσαν να προστατεύσουν άλλα αεροσκάφη από επίθεση πυραύλων. Παρά ταύτα, τα τεχνικά προβλήματα των διατάξεων είναι πολλά και σοβαρά και δεν διαφαίνεται η πρακτική τους εφαρμογή τουλάχιστον στο κοντινό μέλλον.

Ένα άλλο παράδειγμα της άμεσης χρήσης ενός Laser ως αμυντικού όπλου αναπτύχθηκε στα πλαίσια του προγράμματος «πρωτοβουλία για τη στρατηγική αμυντική», γνωστό ως πόλεμος των άστρων. Αυτό το πρόγραμμα θα χρησιμοποιούσε επίγειες ή δορυφορικές βάσεις Laser για να καταστρέψει ένα διηπειρωτικό βαλλιστικό βλήμα. Φαίνεται ότι ούτε αυτό το πρόγραμμα έχει ακόμη πρακτική εφαρμογή, καθότι φαινόμενα ατμοσφαιρικών διαταραχών (π.χ. οπτικής διασποράς και διάθλασης) περιορίζουν την ακρίβεια των στόχων και μειώνουν την αξιοπιστία των συστημάτων.

Όμως, πολλά άλλα συστήματα Laser χρησιμοποιούνται σε στρατιωτικές εφαρμογές. Π.χ. ένας καταδείκτης στόχων (Laser sight) είναι ένα μικρό, συνήθως ορατό και ελαφρύ Laser που τοποθετείται σε ένα περίστροφο ή τουφέκι και εκπέμπει μία φωτεινή ακτίνα παράλληλα προ την κάννη. Δεδομένου ότι η ακτίνα Laser έχει μικρή απόκλιση, το φως Laser εμφανίζεται ως μικρό στίγμα ακόμη και σε μεγάλες αποστάσεις. Ο χρήστης σκοπεύει τη δέσμη Laser προς τον επιθυμητό στόχο και η κάννη του πυροβόλου όπλου ευθυγραμμίζεται. Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι τέτοιου είδους Laser θεωρούνται αποτελεσματικά εργαλεία για την επιβολή του νόμου. Οι εγκληματίες είναι πιθανόν να παραδίδονται χωρίς αντίσταση, όταν βλέπουν ένα κόκκινο στίγμα Laser στο στήθος τους.

  


  

Συστήματα Ανίχνευσης της Θερμικής Ακτινοβολίας

Η ανίχνευση της ΗΜ ακτινοβολίας, στις περιοχές του μακρού υπερύθρου (FIR) και του υπερύθρου (IR), επιτυγχάνεται με καλοριμετρικές τεχνικές, σε αντίθεση με άλλες τεχνικές, π.χ. φωτοηλεκτρική ή φωτοχημική (σημ: Η λειτουργία των φωτοηλεκτρικών ανιχνευτών βασίζεται στην παραγωγή ζευγών ηλεκτρονίων–οπών κατά την απορρόφηση της προσπίπτουσας ακτινοβολίας. Οι φωτοχημικοί ανιχνευτές βασίζονται στην ποσότητα του προϊόντος αντίδρασης κατά την αλληλεπίδραση με την ΗΜ ακτινοβολία (π.χ. φωτόλυση, φωτοσύνδεση), η οποία ποσότητα είναι μέτρο της προσπίπτουσας ακτινοβολίας), με τις οποίες ανιχνεύονται ακτινοβολίες κυρίως στο υπεριώδες.

Οι θερμικές πηγές εκπέμπουν ΗΜ ακτινοβολία κατά συνεχή τρόπο. Τα συστήματα των ανιχνευτών, που αντιπροσωπεύουν την κατηγορία των θερμικών ή καλοριμετρικών ανιχνευτών είναι τα βολόμετρα, που μετρούν την απόλυτη τιμή της ενέργεια φωτισμού και των οποίων η απόκριση δεν εξαρτάται από το μήκος κύματος της ακτινοβολίας.

Παράμετροι αξιολόγησης των  ανιχνευτών
Η αξιολόγηση ενός ανιχνευτή στηρίζεται σε χαρακτηριστικές παραμέτρους, όπως είναι: η απόκριση της διάταξης, η σταθερά χρόνου ή χρόνος αντίδρασης και ο τρόπος βαθμονόμησής του. Τις παραμέτρους αυτές θα περιγράψουμε τώρα σύντομα.  Ως απόκριση S ορίζεται το πηλίκο της τιμής ή της ενεργούς τιμής I του παραγόμενου φωτορεύματος ως προς την τιμή ή την ενεργό τιμή της ισχύος P της προσπίπτουσας ακτινοβολίας:
S = I/P  (Ampere/Watt)
Αν το ηλεκτρικό σήμα λαμβάνεται από τα άκρα φορτίου αντίστασης R, τότε ισχύει η σχέση:
S= V/P   (Volt/Watt)

Για ανιχνευτές που λειτουργούν στην ορατή περιοχή, η μονάδα [Watt] μπορεί να αντικατασταθεί από τη μονάδα [Lumen].

Η σταθερά χρόνου τ  ή χρόνος αντίδρασης ενός ανιχνευτή ορίζεται ως εξής: αν διαμορφώσουμε την προσπίπτουσα ακτινοβολία σε μία συχνότητα ν, έτσι ώστε ο χρόνος αντίδρασης του ανιχνευτή να ισοδυναμεί με εκείνον ενός κυκλώματος RC, τότε η συνάρτηση S(ν) της ευαισθησίας του ανιχνευτή θα εκφράζεται από τη σχέση:
S(ν) = So / [1 + (2πντ)^2]^1/2
όπου Sο είναι η απόκριση για μηδενική διαμόρφωση. Η σταθερά χρόνου τ=RC είναι ένα μέτρο για την αντίδραση του ανιχνευτή στις περιοδικές μεταβολές της προσπίπτουσας ακτινοβολίας. Παράλληλα, μπορούμε να ορίσουμε και μία οριακή συχνότητα νορ=1/(2πτ), κατά την οποία το λαμβανόμενο σήμα υποβαθμίζεται στην τιμή 0.707 του αρχικού συνεχούς σήματος. Η συχνότητα αυτή καλείται συχνότητα αποκοπής.

Κύριο χαρακτηριστικό σε έναν ανιχνευτή είναι ο χρόνος ανόδου παλμού (τα), εντός του οποίου αντιδρά στην προσπίπτουσα ακτινοβολία. Μεταξύ των δύο μεγεθών (τ) και (τα) ισχύει η σχέση: τα=2.2τ. Ο χρόνος ανόδου παλμού προσδιορίζεται από τις χρονικές εκείνες στιγμές κατά τις οποίες οι τιμές του παλμού κυμαίνονται μεταξύ 10% και 90% μίας μέγιστης τιμής.

Η βαθμονόμηση του ανιχνευτή από ένα πρότυπο όργανο είναι απαραίτητη, ώστε οι ενδείξεις του να θεωρούνται αξιόπιστες. Ο όρος βαθμονόμηση οργάνου σημαίνει τον ακριβή υπολογισμό μίας απόλυτης τιμής απόκρισης S του ανιχνευτή αναφορικά με συγκεκριμένες συνθήκες μέτρησης, που εστιάζονται στα εξής μεγέθη: (α) στο μήκος κύματος της προσπίπτουσας ακτινοβολίας (φασματική ή κβαντική απόκριση του ανιχνευτή), (β) στη συχνότητα διαμόρφωσης (κατώφλι απόκρισης του ανιχνευτή), (γ) στη γραμμικότητα του ανιχνευτή.

Η βαθμονόμηση επιτυγχάνεται με δύο τρόπους: (α) με τη βοήθεια οπτικών προτύπων, π.χ. μέλανα σώματα που ακολουθούν τους νόμους των Stefan–Boltzmann και Planck και (β) με έμμεσες μεθόδους σύγκρισης, δηλαδή με ήδη βαθμονομημένους ανιχνευτές.

Για τη σωστή απόδοση ενός ανιχνευτή λαμβάνονται υπόψη τα εξής: (α) ο λόγος σήμα εξόδου–προσπίπτουσα ένταση να είναι γραμμικός στην περιοχή των μετρήσεων (αμελητέα φαινόμενα κορεσμού) και (β) το σήμα εξόδου να αποδίδει πιστά τις διακυμάνσεις του σήματος εισόδου, ώστε να περιορίζονται τα στατιστικά σφάλματα.

Για την αγορά ανιχνευτή λαμβάνονται υπόψη τα εξής χαρακτηριστικά: (α) το μήκος κύματος με τη μεγαλύτερη απόκριση (δεν ισχύει στην περίπτωση των καλοριμετρικών ανιχνευτών), (β) η απόλυτη απόκριση, δηλαδή ο λόγος ρεύμα εξόδου–προσπίπτουσα ένταση ακτινοβολίας, (γ) ο λόγος σήμα–θόρυβο. Θεωρείται σημαντικός παράγοντας στην αξιολόγηση και αναγνώριση του σήματος, ιδίως όταν συνυπάρχει έντονος εξωτερικός ή και θερμικός θόρυβος, (δ) ο χρόνος ανόδου του σήματος (rise time), (ε) η σταθερά χρόνου και (στ) το κόστος αγορά.
  
Θόρυβος ηλεκτρονικών συστημάτων
Ο θόρυβος είναι ένα εσωτερικό φαινόμενο κάθε πομπού ή ανιχνευτικού συστήματος, που ελαττώνει την ακρίβεια του οργάνου. Στην περίπτωση πηγών ακτινοβολίας, ως θόρυβο ορίζουμε τις χρονικές διακυμάνσεις που προκαλούνται στη μέση τιμή της έντασης, οι οποίες εμφανίζονται τυχαία χωρίς καμία συνοχή σε συχνότητα και φάση.

 Όλα τα συστήματα ανίχνευσης συνδέονται με το θόρυβο. Το πλέον γνωστό είδος θορύβου είναι ο θερμικός θόρυβος. Απορρέει από τη θερμική κίνηση των ηλεκτρονίων αγωγιμότητας των μέταλλων και εξαρτάται ισχυρά από τη θερμοκρασία του αγωγού. Όταν ο αγωγός ψυχθεί σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες (π.χ. 77Κ) ο θόρυβος μειώνεται αισθητά. Ο θερμικός θόρυβος δεν μπορεί να αποφευχθεί, επειδή οφείλεται αποκλειστικά σε ενδότερο φαινόμενο της φύσης των αγωγών. Ο περιορισμός του θορύβου, σε συστήματα ανίχνευσης οπτικών συχνοτήτων, μπορεί να γίνει είτε με τον περιορισμό του εύρους ζώνης μηκών κύματος είτε με άλλες τεχνικές. Για τη μελέτη του θορύβου ορίζουμε δύο βασικές σχέσεις:
μέσο τετράγωνο θορύβου: 4k T R Δν
μέση ισχύς θορύβου: 4k T  Δν
όπου k=1.38 10^(-23)Joule/Κ, Δν είναι το εύρος των συχνοτήτων και Τ η θερμοκρασία του αγωγού. Για τυπικές τιμές R=10kΩ, Δν=10kHz και Τ=293Κ, η ενεργός τιμή του θορύβου είναι 1.27μV. Η τιμή αυτή εξαρτάται από τη συχνότητα του διαδιδόμενου εντός του αγωγού ΗΜ κύματος.

Οι συνηθέστερες ανιχνευτικές διατάξεις, π.χ. φωτοπολλαπλασιαστές, δίοδοι ημιαγωγών κ.ά. επηρεάζονται από διάφορα είδη θορύβων, όπως τα ακόλουθα:
λευκός θόρυβος (white noise), όπου το μέσο τετράγωνο του θορύβου είναι ανεξάρτητο από τη συχνότητα διαμόρφωσης ν. Ο «λευκός θόρυβος» εμφανίζεται συνήθως σε ηλεκτρονικές διατάξεις (π.χ. ενισχυτές) και προκαλείται από μία τυχαία μείξη διαφορετικών συχνοτήτων, ανεξάρτητα από το σήμα εισόδου. Ονομάζεται και λευκός θόρυβος γιατί περιλαμβάνει όλο το φάσμα των συχνοτήτων, όπως γίνεται και στη σύνθεση του λευκού φωτός,
1/ν–θόρυβος (flicker noise), όπου εμφανίζει σημαντική εξασθένηση στις υψηλές συχνότητες,
θόρυβος παρασίτων, που προκαλείται από συγκεκριμένες συχνότητες. Π.χ. το ηλεκτρικό δίκτυο της ΔΕΗ, στη συχνότητα των 50Hz, μπορεί να προκαλέσει θόρυβο παρασίτων.

Τεχνικοί και φυσικοί θόρυβοι
Οι τεχνικοί θόρυβοι προκαλούνται από πηγές ΗΜ ακτινοβολίας (π.χ. ραδιοσταθμούς, το ηλεκτρικό δίκτυο της ΔΕΗ και ποικιλία σπινθηρισμών), ενώ οι φυσικοί θόρυβοι προέρχονται από εξωγενείς παράγοντες (π.χ. κοσμική και ηλιακή ακτινοβολία). Και τα δύο είδη των θορύβων περιορίζονται με τη χρήση κατάλληλης θωράκισης (π.χ. ελάσματα τύπου Μu).

 Όσοι ανιχνευτές είναι ευαίσθητοι, π.χ. στις οπτικές ακτινοβολίες, μπορεί να καταγράφουν επιπλέον σήματα με τη μορφή θορύβου, όπως π.χ. σε τηλεμετρήσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης οι ανιχνευτές καταγράφουν ανεπιθύμητα σήματα εξαιτίας της σκέδασης των ηλιακών ακτίνων.

  


  

Χρώματα και Χρωματικά Μοντέλα

Υπάρχουν πολύ περισσότερα χρώματα από εκείνα που παρατηρούμε στο ουράνιο τόξο ή σε ένα πρίσμα που αναλύει το ηλιακό φως, όπως είναι π.χ. το χρυσό, το ασημί ή τα φωσφορίζοντα χρώματα που δεν υπάρχουν στο ορατό φάσμα. Συνεπώς, είναι αδύνατο να δώσουμε τον ακριβή ορισμό «τι είναι χρώμα» μόνο από τις περιόδους του μήκους κύματος της ΗΜ ακτινοβολίας, καθότι είναι φαινόμενο καθαρά εγκεφαλικό που σχετίζεται μόνο από υποκειμενικές παρατηρήσεις. Τα χρώματα είναι μία «κωδικοποίηση» του νευρικού συστήματος για να διακρίνει ο άνθρωπος τις ακτινοβολίες που προσπίπτουν στο αισθητήριο όργανο της όρασής του.

Στη Φύση, κάθε επιφάνεια έχει την ικανότητα να εκπέμπει πίσω στο περιβάλλον τη συχνότητα εκείνη του φωτός που την διεγείρει. Τα πέταλα ενός τριαντάφυλλου φαίνονται στον ήλιο ερυθρά, επειδή απορροφούν όλες τις συχνότητες του λευκού φωτός και επανεκπέμπουν στο περιβάλλον τη συχνότητα διέγερσής τους, δηλαδή το ερυθρό χρώμα. Αν το ίδιο τριαντάφυλλο φωτιστεί τώρα με το πράσινο φως ενός Laser, η εικόνα θα είναι μάλλον σκοτεινή, επειδή μέσα στην πράσινη ακτίνα δεν υπάρχουν συνιστώσες του ερυθρού.

Η απεικόνιση των χρωμάτων είτε πάνω στην παλέτα του ζωγράφου είτε σε μία εκτυπωτική εργασία είτε στην επεξεργασία μίας εικόνας στην οθόνη ενός Η/Υ δημιούργησε την ανάγκη της εφαρμογής των χρωματικών μοντέλων, μέσω των οποίων παρουσιάζεται το κάθε χρώμα στο συγκεκριμένο μέσο. Διακρίνουμε δύο κύρια μοντέλα: το μοντέλο RGB που στηρίζεται στην προσθετική μείξη και το CMY (ή CMYK) της αφαιρετικής μείξης των χρωμάτων. Προτού αναφερθούμε στα χρωματικά μοντέλα, θα μελετήσουμε την ευαισθησία του ανθρώπινου ματιού σε χρωματικές αντιδράσεις.
  
Ανατομικό μοντέλο του ανθρώπινου ματιού
Η επιφάνεια που βρίσκεται στο εσωτερικό του ματιού ονομάζεται αμφιβληστροειδής χιτώνας και αποτελείται από δύο τύπους φωτοευαίσθητων κυττάρων: τα ραβδία που δρουν σαν δέκτες χαμηλού επιπέδου φωτεινότητας και τα κωνία που λειτουργούν σε υψηλά επίπεδα φωτεινότητας. Τα κωνία είναι ικανά να κάνουν διακρίσεις χρώματος, ενώ τα ραβδία δεν είναι. Αυτός είναι και ο λόγος που σε χαμηλά επίπεδα φωτισμού (σχεδόν σκοτάδι) όλα φαίνονται σαν γκρίζες αποχρώσεις και σκιές, αφού μόνο τα ραβδία είναι ευαίσθητα (τα κωνία επίσης λειτουργούν αλλά δεν προκύπτει ερέθισμα γι’ αυτά). Όταν η ένταση της ακτινοβολίας αυξάνει, ώστε και τα κωνία να «ερεθιστούν», το αποτέλεσμα είναι η έγχρωμη όραση.

Από ανατομικής άποψης έχει μελετηθεί ότι τα κωνία ενεργοποιούνται ως τρεις δέκτες φωτός, από τους οποίους καθένας είναι ευαίσθητος σε ευρείες περιοχές μηκών κύματος του ορατού φάσματος: του ερυθρού χρώματος (610nm), του πράσινου χρώματος (540nm) και του μπλε χρώματος (440nm). Τα χρώματα αυτά θεωρούνται βασικά για την όραση και κωδικοποιούνται με τα αρχικά λατινικά γράμματα L, M και S αντίστοιχα.

Οποιοδήποτε άλλο χρώμα, που αντιλαμβανόμαστε, οφείλεται στους συνδυασμούς των βασικών αυτών χρωμάτων. Έτσι, όταν στα μάτια μας προσπέσουν δύο ακτινοβολίες με διαφορετικά μήκη κύματος, η ανθρώπινη όραση συνθέτει τα χρώματα δημιουργώντας νέα. Π.χ., αν μια φωτεινή πηγή φαίνεται ότι εκπέμπει κίτρινο φως, μπορεί αυτή να έχει μήκη κύματος από 560–590nm ή να εκπέμπει ταυτόχρονα κόκκινες και πράσινες ακτινοβολίες που όταν συντεθούν μας δίνουν κίτρινο χρώμα. Συνεπώς, για την δημιουργία των χρωματικών αντιλήψεων δεν είναι απαραίτητα όλα τα μήκη κύματος, παρά μόνο ορισμένα, τα οποία καλούμε βασικά, και τα οποία όταν συντεθούν μας δίνουν τα υπόλοιπα.

Η εγκεφαλική διαδικασία της ανάλυσης των οπτικών ερεθισμάτων γίνεται ακόμη πιο πολύπλοκη αν λάβουμε υπόψη και άλλες παραμέτρους όπως είναι π.χ. η λαμπρότητα (brightness), η απόχρωση (hue) και η χρωματική καθαρότητα (saturation). Οι διαφορές σχετίζονται με τον τρόπο που παράγεται το φως στα μάτια μας. Το φως που βλέπουμε μπορεί να προέρχεται από μία οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή, από ανάκλαση σε λευκή επιφάνεια ή όταν διέρχεται από κάποια έγχρωμη διαφάνεια. Κατά την εκπομπή του φωτός (π.χ. οθόνη) τα μήκη κύματος αθροίζονται για τη δημιουργία του χρωματικού αποτελέσματος, ενώ κατά την απορρόφηση του φωτός από τα υλικά αφαιρούνται.

Για την πλήρη κατανόηση της περιγραφής και αναπαραγωγής των χρωμάτων δημιουργήθηκαν τα χρωματικά μοντέλα, που χρησιμοποιούνται στην πράξη, τα οποία όμως αδυνατούν να αποδώσουν πιστά την αίσθηση των χρωμάτων, όπως την αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο μάτι κοιτώντας τη φύση με τους ανεξάντλητους χρωματικούς συνδυασμούς της.
  
Χρωματικό μοντέλο RGB
Το χρωματικό μοντέλο RGB στηρίζεται στο μοντέλο ευαισθησίας LMS του ανθρώπινου ματιού και έχει ως βασικά χρώματα το ερυθρό (iR, Red), το πράσινο (iG, Green) και το μπλε (iB, Blue). Εκεί που τα βασικά χρώματα επικαλύπτονται ανά δύο δημιουργούν ένα νέο χρώμα, που καλείται δευτερεύον ή παράγωγο: το κυανό (Cyan) προέρχεται από την προσθετική μείξη του πρασίνου και μπλε, το μωβ ή ματζέντα (Magenta) μπλε και ερυθρού και το κίτρινο (Yellow) ερυθρού και πρασίνου. Ισχύουν οι σχέσεις:
iC = iG + iB = W – iR
iM = iB + iR = W – iG
iY = iR + iG = W – iB

όπου iC, iM και iY είναι τα χρώματα που προκύπτουν από το συνδυασμό των βασικών iB, iR και iG αντίστοιχα και W συμβολίζει το λευκό χρώμα που σχηματίζεται από ίσο ποσοστό μείξης των βασικών χρωμάτων:
W = iR + iG + iB

Τα iC, iM και iY προκύπτουν από το λευκό (W) αν αφαιρέσουμε ένα βασικό χρώμα. Για το λόγο αυτό καλούνται και αφαιρετικά χρώματα.

Η προσθετική μείξη δεν εφαρμόζεται στο συνδυασμό μόνο των βασικών χρωμάτων, αλλά και ενός βασικού με αντίστοιχο δευτερεύον δίνοντας ως αποτέλεσμα το λευκό. Από τις παραπάνω σχέσεις προκύπτουν οι ισότητες:
iC + iR = iM + iG = iY + iB =W

δηλαδή κυανό & ερυθρό ή μωβ & πράσινο ή κίτρινο & μπλε δίνουν λευκό. Δύο χρώματα που με την προσθετική τους μείξη δημιουργούν το λευκό καλούνται συμπληρωματικά χρώματα.

Η απόδοση των χρωμάτων στην οθόνη μίας τηλεόρασης ή ενός Η/Υ βασίζεται στο χρωματικό μοντέλο RGB. Βέβαια μία εικόνα πρέπει να είναι σε ψηφιακή μορφή, προκειμένου να την επεξεργαστεί ο Η/Υ. Για τον υπολογιστή επομένως, το χρώμα είναι ένα σύνολο αριθμών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούμε τρεις αριθμούς, καθένας από τους οποίους αντιστοιχεί σε κατάλληλη αναλογία των τριών βασικών χρωμάτων. Οι αριθμοί αυτοί είναι ακέραιοι (από το 0 έως 255) και στηρίζονται στο μοντέλο των 8 bit, δηλαδή κάθε βασικό χρώμα έχει 28=256 αποχρώσεις.
  
Χρωματικό μοντέλο CMY
Το σύστημα CMY έχει ως κύρια χρώματα τα αφαιρετικά: κυανό (Cyan), μωβ (Magenta) και κίτρινο (Yellow). Ο τρόπος χρήσης των χρωμάτων CMY στην εκτύπωση έγχρωμων σελίδων είναι ακριβώς αντίθετος από εκείνον του RGB. Εδώ δεν έχουμε τη μαύρη οθόνη του Η/Υ (σε κάθε pixel αναπαράγεται το προσπίπτον φως), αλλά το λευκό χαρτί εκτύπωσης, όπου τα τυπογραφικά μελάνια φιλτράρουν τα χρώματα από το λευκό χαρτί και το χρώμα αναπαράγεται με την αφαιρετική μείξη. Έτσι για να παραχθεί κόκκινο συνδυάζεται το μωβ & κίτρινο, για πράσινο το κίτρινο & μπλε και για μπλε το κυανό & μωβ. Προκύπτει π.χ.:
iM + iY = (W-iG) + (W-iB) = W –(iG + iB) = iR
Ο συνδυασμός ανά δύο (αφαιρετικών) χρωμάτων CMY (σε ίσες αναλογίες) δίνει τη σειρά των (βασικών) χρωμάτων RGB: μωβ & κίτρινο για ερυθρό, κίτρινο & κυανό για πράσινο και κυανό & μωβ για μπλε. O συνδυασμός των τριών αφαιρετικών χρωμάτων παράγει το μαύρο:
iC + iM + iY = 0

Το μαύρο δεν θεωρείται χρώμα (συμβολίζεται συνήθως ως μηδέν) γιατί ορίζεται ως απουσία χρώματος ή ως πλήρης έλλειψης φωτός. Έχει όμως διαφορετικές ερμηνείες σε διάφορες εφαρμογές: (a) το στίγμα (pixel) μίας οθόνης Η/Υ είναι μαύρο, όταν δεν εκπέμπεται πάνω του φως, (b) στην εκτύπωση έντυπων έγχρωμων σελίδων, ο συνδυασμός των τριών αφαιρετικών χρωμάτων δίνει το μαύρο (σχέση [1.ε]), επειδή γίνεται πλήρης απορρόφηση του προσπίπτοντος φωτός. Μαύρο προκύπτει και από τη μείξη ενός βασικού και ενός αφαιρετικού χρώματος, ως προϊόν του συνδυασμού των υπόλοιπων δύο βασικών χρωμάτων, (c) σε καλλιτεχνικές απεικονίσεις το μαύρο προστίθεται για να κάνει εντονότερη την αντίθεση.

Επειδή τα κύρια αφαιρετικά χρώματα δεν είναι καθαρά, η υπέρθεσή τους δεν οδηγεί στην εκτύπωση ενός «καθαρού» μαύρου. Με σκοπό να υπερκεραστεί αυτό το πρόβλημα, το χρωματικό μοντέλο CMY αντικαθίσταται από το μοντέλο CMYK, στο οποίο έχει προστεθεί και ως τέταρτο «χρώμα» το μαύρο. Στις γραφικές τέχνες χρησιμοποιείται ευρέως το σύστημα CMYK, κυρίως για την τόνωση των αντιθέσεων.
  
Παράδειγμα 1: Στο σύστημα RGB κωδικοποιούνται όλοι οι δυνατοί χρωματικοί συνδυασμοί με τρεις αριθμούς, καθένας εκ των οποίων κυμαίνεται μεταξύ 0 και 255. Τα βασικά, τα δευτερεύοντα χρώματα και το λευκό αντιστοιχούν στους εξής κωδικούς: iR=255,0,0 iG=0,255,0 iB=0,0,255 iC=0,255,255 iM=255,0,255 iY=255,255,0 και W=255,255,255.

Παράδειγμα 2: Στο σύστημα CMY κωδικοποιούνται όλοι οι δυνατοί χρωματικοί συνδυασμοί με τέσσερις αριθμούς, καθένας εκ των οποίων κυμαίνεται μεταξύ 0 και 100. Τα βασικά χρώματα του RGB και τα αντίστοιχα αφαιρετικά έχουν τους εξής κωδικούς: iR=0,100,100,0 iG=100,0,100,0 iB=100,100,0,0 iC=100,0,0,0 iM=0,100,0,0 iY=0,0,100,0 το λευκό W=0,0,0,0 ενώ το μαύρο χαρακτηρίζεται από τον κωδικό 0,0,0,100.
  
Χρωματικό μοντέλο RYB
Τα ιδιαίτερα χρώματα των καλλιτεχνών της παραδοσιακής ζωγραφικής είναι το ερυθρό (Red), το κίτρινο (Yellow) και το μπλε (Blue), εκ των συνδυασμών των οποίων προκύπτει μία σειρά από δευτερογενή και τριτογενή χρώματα, όπως π.χ. το πορτοκαλί από το ερυθρό & κίτρινο, το πράσινο από το κίτρινο & μπλε και το μωβ από το μπλε & ερυθρό. Αυτά τα χρώματα (νερομπογιές) μαζί με το άσπρο και το μαύρο (εδώ θεωρείται χρώμα!) έχουν τη δυνατότητα να παράγουν όλους σχεδόν τους χρωματισμούς.

Το σύστημα RYB δεν μπορεί να θεωρηθεί πρότυπο χρωματικό μοντέλο, γιατί έχει αρκετούς περιορισμούς ως προς τον ορισμό του χρώματος. Οι κατασκευάστριες εταιρείες των χρωστικών ουσιών δεν έχουν υιοθετήσει ένα ενιαίο σύστημα ταυτοποίησης όλων των χρωμάτων, εξαιτίας των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (πατέντες) που διέπουν τους χημικούς τύπους. Έτσι π.χ. το «ερυθρό» παρουσιάζει διαφορετικές αποχρώσεις από εταιρεία σε εταιρεία και, όταν αναμειχθεί με άλλο χρώμα, πιθανώς δεν θα δώσει το ίδιο αποτέλεσμα.
  
Άλλα χρωματικά μοντέλα
Υπάρχουν και άλλα ειδικά χρωματικά μοντέλα, τα οποία λαμβάνουν υπόψη τη φωτεινότητα του χρώματος, την απόχρωση και τη χρωματική καθαρότητα. Τέτοιου είδους μοντέλα είναι π.χ. το YIQ, CIELab, HSV, HIS, HLS κ.ά., η μελέτη των οποίων ξεφεύγει από τους σκοπούς του βιβλίου και ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει σε ειδική βιβλιογραφία. Τα μοντέλα αυτά χρησιμοποιούνται κυρίως στην ηλεκτρονική επεξεργασία μίας εικόνας με εφαρμογές στην τηλεόραση. Χρησιμοποιούν ως βασικό μοντέλο το σύστημα RGB και συνδέονται με αυτό μέσω ειδικών αλγορίθμων.

Διάγραμμα CIE, χρωματομετρία, χρωματογραφία
Η Διεθνής Επιτροπή Φωτισμού (Commission International de l’ Eclairage)  πρότεινε το 1931 ένα χρωματομετρικό σύστημα που σχεδιάστηκε για πρακτική χρήση στον καθορισμό και μέτρηση του χρώματος. Το σύστημα αυτό περιγράφεται από ένα είδος συντεταγμένων (x,y,z) που ορίζει την ποσοστιαία συμμετοχή των βασικών χρωμάτων (R,G,B) για τη σύνθεση οποιουδήποτε νέου χρώματος. Αν θεωρήσουμε την τρίτη μεταβλητή ως εξαρτημένη, τότε το τρισδιάστατο διάγραμμα μπορεί να υποβιβασθεί σε δισδιάστατο, δημιουργώντας έτσι το Διάγραμμα Χρωματικότητας ή Διάγραμμα CIE. Π.χ., για τη δημιουργία του λευκού είναι εμφανής η συμμετοχή δύο βασικών χρωμάτων κατά 33% (x?0.33, y?0.33), υπονοώντας ότι το υπόλοιπο ποσοστό (z?0.33) ανήκει στο μπλε (Β), έτσι ώστε να ισχύει η σχέση iR+iG+iB=1.

Στο Διάγραμμα CIE, τα χρώματα του ηλιακού φωτός παρέχονται στην περιφέρεια του διαγράμματος. Όλα τα υπόλοιπα, που βρίσκονται εντός του διαγράμματος, προέρχονται μόνο από την προσθετική μείξη δύο χρωμάτων του ηλιακού φάσματος. Έτσι, το λευκό μπορεί να δημιουργηθεί από τη μείξη των χρωμάτων (σημ: Ο προσδιορισμός του ζεύγους των χρωματικών τιμών γίνεται με γεωμετρική μέθοδο, φέρνοντας μια νοητή ευθεία που να διέρχεται από το σημείο W και να περατώνει στα άκρα της περιμέτρου του διαγράμματος. Τα σημεία τομής ορίζουν τις τιμές των μηκών κύματος), π.χ. λ=490nm και λ=600nm με χρωματικό τόνο 50% έκαστο. Με την τεχνική αυτή μπορούμε να δημιουργήσουμε πολλές «λευκές» συνθέσεις, καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλη χρωματική σύνθεση (σημ: η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται ευρέως στην κατασκευή LEDs λευκού χρώματος. Εντός του λευκού πενταγώνου περικλείονται όλα τα δυνατά χρώματα εκπομπής που μπορούν να εκπέμψουν σήμερα τα LEDs).

Το φάσμα όλων των χρωμάτων που περιλαμβάνει το προσθετικό μοντέλο RGB, περικλείεται από τις πλευρές ενός νοητού τριγώνου, του οποίου οι κορυφές R και Β ταυτίζονται με τα ηλιακά μήκη κύματος 610nm και 470nm, ενώ η τρίτη κορυφή προσδιορίζεται γεωμετρικά με τη διερχόμενη ευθεία από το σημείο W και η οποία τέμνει την περίμετρο του διαγράμματος στην τιμή 536nm. Χρώματα που βρίσκονται εκτός του τριγώνου, δεν ανήκουν χρωματικά στο μοντέλο RGB.

Η Χρωματομετρία είναι η μελέτη του καθορισμού ενός χρώματος. Το όργανο το οποίο επιτρέπει στον παρατηρητή να ταιριάζει μία κηλίδα φωτός με το συνδυασμό των βασικών χρωμάτων καλείται χρωματόμετρο. Η μέτρηση του χρώματος και ιδιαίτερα οι διαβαθμίσεις των χρωματικών αποχρώσεων παίζουν σημαντικό ρόλο στη βιομηχανία. Ειδικότερα, οι βιομηχανίες βαφής και χρωμάτων χρησιμοποιούν τη χρωματογραφία για να πετύχουν επακριβή ανάμειξη των χρωστικών ουσιών και στην έρευνα νέων βελτιωμένων και ανεξίτηλων χρωστικών ουσιών. Το ίδιο και η βιομηχανία χάρτου και πολτού χρησιμοποιεί ευρύτατα μεθόδους ελέγχου ποιότητας των έγχρωμων προϊόντων της. Η βιομηχανία φωτισμού χρησιμοποιεί τη χρωματομετρία για την ανάπτυξη του τεχνητού φωτισμού και ειδικότερα τη βελτίωση νέων λαμπτήρων φθορισμού, που έχουν αποδεκτά χαρακτηριστικά απόδοσης.

Στη χρωματομετρία χρησιμοποιούμε τον όρο μη κορεσμένο υπονοώντας κάθε χρώμα που περιέχει κάποιο ποσοστό λευκού χρώματος. Αντίθετα, το χρώμα που δεν περιέχει ίχνος λευκού καλείται κορεσμένο. Η παρουσία ενός τουλάχιστον εκ των τριών βασικών χρωμάτων ή των αντίστοιχων δευτερευόντων τους δημιουργεί συνθήκες κορεσμού.

Η μείξη ενός βασικού χρώματος με κάποιο αφαιρετικό μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση του όρου «κορεσμένο χρώμα». Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, το βασικό χρώμα παραμένει σε σταθερή τιμή (iR=255), ενώ το αφαιρετικό μεταβάλλεται από iC=0–255.


  

Φάσμα ΗΜ Ακτινοβολίας

Οι εξισώσεις του Maxwell και η προερχόμενη από αυτές κυματική εξίσωση περιγράφουν κάθε ΗΜ φαινόμενο και τον τρόπο διάδοσής του στο χώρο. Από ένα πλήθος άπειρων λύσεων μελετούμε την ειδική περίπτωση των περιοδικών κυμάτων με συχνότητα ν και μήκος κύματος λ. Για την καλύτερη κατανόηση των ΗΜ φαινομένων κατατάσσουμε όλα τα κυματικά φαινόμενα σε συγκεκριμένες περιοχές συνθέτοντας έτσι το φάσμα της ΗΜ ακτινοβολίας. Κατόπιν διεθνούς σύμβασης και αποδοχής, το φάσμα της ΗΜ ακτινοβολίας χωρίζεται σε 24 τάξεις μεγέθους (βλέπε Σχήμα), όπου σε καθεμία αντιστοιχούν οι ποσότητες: (α) της συχνότητας με μονάδα μέτρησης το Hertz [Hz] και με πολλαπλάσια το kHz, MHz, GHz και THz και (β) του μήκους κύματος με μονάδα μέτρησης το [m] και με υποπολλαπλάσια το mm, μm και nm.
  
 Ένα ΗΜ κύμα που διαδίδεται στο κενό αλλάζει συμπεριφορά (αλλαγή ταχύτητας διάδοσης και μήκους κύματος) όταν αλληλεπιδρά με την ύλη. Στην προκειμένη περίπτωση οι ιδιότητες της ύλης, όπως είναι π.χ. η απορρόφηση, η σκέδαση και η διάθλαση, εξαρτώνται από τη συχνότητα του ΗΜ κύματος. Η έρευνα αυτών των ιδιοτήτων, στις διάφορες φασματικές περιοχές, επέκτειναν τις γνώσεις μας στο μικρόκοσμο και σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τη δομή της ύλης μέσα από τις υποατομικές καταστάσεις της.Πριν εκατό περίπου χρόνια θεωρούσαμε ως ΗΜ κύματα μόνο τα ραδιοκύματα και το ορατό φως.

Οι έρευνες είχαν εστιαστεί κυρίως σε μία στενή περιοχή του ΗΜ φάσματος (θα μπορούσαμε να πούμε σχισμή!) που αντιστοιχούσε στις ορατές ακτινοβολίες (400–700nm), επειδή το ανθρώπινο μάτι ήταν τότε ο μόνος γνωστός ανιχνευτής κυμάτων. Οι μελέτες που έγιναν σε αυτήν τη φασματική περιοχή δημιούργησαν ένα νέο κλάδο της Φυσικής, που σήμερα ονομάζουμε Οπτική.

Στα επόμενα χρόνια ανακαλύφτηκαν και άλλες φασματικές περιοχές, όπως τα μικροκύματα (λ>400μm), το υπέρυθρο (λ>700nm), το υπεριώδες (λ<400nm) και οι ακτίνες γ (λ<0.01nm), ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν μοντέρνες τεχνικές και επιτεύχθηκε η κατασκευή συστημάτων ανίχνευσης των αντίστοιχων ακτινοβολιών.Σήμερα, είναι δυνατή η ποιοτική μελέτη σχεδόν ολόκληρου του ΗΜ φάσματος. Αυτό οδήγησε άλλες επιστήμες να κάνουν σημαντικά βήματα προόδου. Π.χ. η Αστροφυσική, που μέχρι τότε βασιζόταν κυρίως σε οπτικές μόνο παρατηρήσεις, μελέτησε εξωγήινα αντικείμενα και φαινόμενα (π.χ. αστέρες, κίνηση των πλανητών, κομήτες και γαλαξίες). Η επέκταση του ΗΜ φάσματος οδήγησε σε νέες αστρονομικές παρατηρήσεις της περιοχής των Ραδιοκυμάτων, στο υπέρυθρο, στο υπεριώδες και στις ακτίνες Χ, φέρνοντας στο φως άγνωστα μέχρι τότε φαινόμενα, αλλά και φωτίζοντας περισσότερο τις γνώσεις μας για την προέλευση του Κόσμου.

Για ένα γήινο παρατηρητή, η μελέτη των αστρονομικών φαινομένων περιορίζεται από τα όρια της γήινης ατμόσφαιρας, που λειτουργεί σαν ένα φίλτρο διαπερατότητας στις διάφορες εισερχόμενες ακτινοβολίες. Μόνο συγκεκριμένες περιοχές ακτινοβολιών διέρχονται και φθάνουν μέχρι την επιφάνεια της θάλασσας, δηλαδή τα μικροκύματα και μία στενή περιοχή στο εγγύς υπέρυθρο και το ορατό. Οι ακτινοβολίες των άλλων φασματικών περιοχών υφίστανται εξασθένηση της έντασης εξαιτίας της απορρόφησής τους από αιωρούμενα ιχνοστοιχεία χημικών ενώσεων (π.χ. CO2, H2O, OH και CH4). Τα κύρια συστατικά της ατμόσφαιρας (N2, O2) απορροφούν κυρίως τις υπεριώδεις ακτινοβολίες με μήκη κύματος λ<200nm, που ονομάζουμε ακτινοβολίες υπεριώδους κενού. Η ποσοτική και ποιοτική μελέτη της φασματικής αυτής περιοχής γίνεται σε μεγάλα ύψη (από την επιφάνεια της θάλασσας) με ατμοσφαιρικά μπαλόνια και δορυφόρους.
  
Φάσμα ΗΜ ακτινοβολίας: πηγές & εφαρμογές
Η ανάπτυξη και κατασκευή τεχνητών πηγών εκπομπής ΗΜ κυμάτων εξαρτάται από την αντίστοιχη φασματική περιοχή, στην οποία εκπέμπει η πηγή.

Ακτινοβολίες με λ>1m (ν<3 10^8Hz) δημιουργούνται από ηλεκτρονικά κυκλώματα, κυρίως LC και εκπέμπονται από κεραίες ραδιοφωνικών κυμάτων. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν οι ασυρματικές ζεύξεις, οι οποίες είναι ένα είδος επικοινωνιών που χρησιμοποιούν ως μέσο διάδοσης τον αέρα. Η ασύρματη μετάδοση στηρίζεται στη διάδοση των ΗΜ κυμάτων στην ατμόσφαιρα με τη χρήση κατάλληλων κεραιών. Οι ασυρματικές επικοινωνίες χρησιμοποιούνται στη ραδιοφωνία και στην τηλεόραση και μεταδίδουν φωνή, δεδομένα και τηλεοπτικά προγράμματα. Τέτοιου είδους επικοινωνίες διέπονται από κανονισμούς, όσον αφορά τη χρήση περιοχών συχνοτήτων, οι οποίες έχουν καθοριστεί με διεθνείς συμβάσεις ώστε κάθε περιοχή να χρησιμοποιείται μόνο για συγκεκριμένες εφαρμογές.

Κύματα της περιοχής των μικροκυμάτων λ>1mm (ν<3 10^11Hz) παράγονται από ηλεκτρονικά κυκλώματα και από γεννήτριες μικροκυμάτων (π.χ. μάγνητρον και κλύστρον). Η φασματική αυτή περιοχή παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον για το μεγάλο πλήθος των εφαρμογών της. Σε αυτήν την περιοχή ανήκουν οι μικροκυματικές ζεύξεις, που παρουσιάζουν τελευταία μεγάλη τεχνολογική ανάπτυξη, χάρη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους (π.χ. κατευθυντικότητα και υψηλότερο βαθμό ασφάλειας διάδοσης της πληροφορίας σε σχέση με τις κοινές ασυρματικές ζεύξεις).

Ιστορικά, τα μικροκύματα άρχισαν να χρησιμοποιούνται σε εφαρμογές από τη δεκαετία του ΄40, με την εφεύρεση του ραντάρ, κυρίως για τις ανάγκες του Β΄ παγκόσμιου πολέμου. Η μικροκυματική περιοχή των 10GHz προσφέρεται για δορυφορικές ζεύξεις. Το πρώτο εμπορικό δίκτυο δορυφορικών επικοινωνιών τέθηκε σε εφαρμογή τη δεκαετία του ΄60 με τη βοήθεια του δορυφόρου Early Bird. Με την εξέλιξη της διαστημικής τεχνολογίας εμφανίστηκαν οι γεωστατικοί δορυφόροι, οι οποίοι τίθενται σε τροχιά 38.88km από την επιφάνεια της γης και έχουν ταχύτητα περιφοράς 11km/h, έτσι ώστε να μένουν σταθεροί πάνω από το ίδιο σημείο της γης. Λόγω του ανοίγματος εκπομπής (120ο) καλύπτουν μεγάλη γήινη γεωγραφική περιοχή. Έτσι, τρεις γεωστατικοί δορυφόροι αρκούν για να καλύψουν ολόκληρο τον πλανήτη. Είναι επομένως προφανές γιατί χρησιμοποιούνται κατά κόρον σε διηπειρωτικές μεταδόσεις τηλεοπτικών προγραμμάτων. Οι δορυφορικές ζεύξεις παρουσιάζουν αρκετά πλεονεκτήματα (π.χ. μετάδοση με απαιτήσεις εύρους ζώνης) αλλά και μειονεκτήματα, επειδή δεν παρέχουν καμία ασφάλεια μετάδοσης σήματος, το οποίο μπορεί να ληφθεί με ευκολία από τον οποιονδήποτε. Επίσης, παρουσιάζουν εξασθένηση σήματος σε περίπτωση καιρικών φαινομένων.

Στο υπέρυθρο υπάρχουν οι θερμικοί πομποί, που είναι αερόκενοι λαμπτήρες και πυρακτώνονται από σύρμα βολφραμίου στους 2000Κ. Τα υπέρυθρα κύματα απορροφούνται έντονα από την ύλη προκαλώντας αύξηση της θερμοκρασίας ενός σώματος, επειδή αυξάνουν την εσωτερική κίνηση των ατόμων του υλικού μέσου. Η υπέρυθρη ακτινοβολία χρησιμοποιείται στη φυσιοθεραπεία, στη νυκτερινή σκόπευση και σε πλήθος άλλων ενεργειακών εφαρμογών, όπως π.χ. στον έλεγχο διαρροών θερμότητας. Στον τομέα των επικοινωνιών, η περιοχή αυτή παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον λόγω του υψηλού ρυθμού μετάδοσης, της κατευθυντικότητας της δέσμης και του ύψιστου βαθμού ασφάλειας (περίπτωση οπτικών ινών). Οι πηγές εκπομπής υπέρυθρης ακτινοβολίας στηρίζονται στην κατασκευή νέων συστημάτων Laser, τα οποία διακρίνονται για τη μεγάλη εκπεμπόμενη ισχύ τους. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν και οι δίοδοι εκπομπής LED, οι οποίες έχουν χαμηλότερο κόστος (σε σχέση με τα Lasers), μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και μικρότερη ευαισθησία σε θερμοκρασιακές μεταβολές.

Στην ορατή περιοχή κατασκευάζονται πηγές, όπου η εκπομπή της ακτινοβολίας οφείλεται στο φαινόμενο της εξαναγκασμένης μετάπτωσης των διεγερμένων ηλεκτρονίων στα άτομα ή μόρια ενός υλικού. Οι πηγές αυτές είναι οι συσκευές Laser έντονου και μονοχρωματικού φωτός.

Στο υπεριώδες υπάρχουν λάμπες υδραργύρου ή ευγενών αερίων (υπό πίεση) που εκπέμπουν υπεριώδη ακτινοβολία. Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 έχουν κατασκευαστεί και μονοχρωματικές πηγές Laser υπεριώδους, που εκπέμπουν στην περιοχή των 150–300nm. Η υπεριώδης ακτινοβολία χρησιμοποιείται σε εφαρμογές της Ιατρικής, της φασματοσκοπίας κ.α.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Rοntgen εφηύρε τις ακτίνες Χ δίνοντας μία νέα διάσταση στη διαγνωστική Ιατρική. Με αυτήν την εφεύρεση, ο άνθρωπος απέκτησε τη δυνατότητα να βλέπει τι υπάρχει πίσω από τα αδιαφανή υλικά, καθώς επίσης μέσα στο ανθρώπινο σώμα χωρίς αυτό να υποστεί κάποια χειρουργική επέμβαση. Η πιο κοινή πηγή παραγωγής ακτίνων Χ είναι η επιβράδυνση ταχέων ηλεκτρονίων, καθώς αυτά προσκρούουν σε ένα μεταλλικό στόχο. Οι ακτίνες Χ χρησιμοποιούνται στη μελέτη των κρυσταλλικών δομών (π.χ. ινσουλίνης και DNA), ενώ στην Ιατρική παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον στους τομείς της κλασικής ακτινολογίας και της υπολογιστικής τομογραφίας. Τέλος οι ακτίνες γ είναι ΗΜ ακτινοβολία που εκπέμπεται από ορισμένους ραδιενεργούς πυρήνες και σε αντιδράσεις πυρήνων και στοιχειωδών σωματιδίων.
  
  

Οπτικές Τεχνολογίες

Η εξέλιξη των οπτικών τεχνολογιών
Οι Οπτικές Τεχνολογίες αλλάζουν τον κόσμο και συνεχώς τον κυριεύουν. Ψηφιακές μηχανές, σαρωτές αποτύπωσης κωδικών σε βιομηχανικά προϊόντα, ηλεκτρονική επεξεργασία μουσικής και video, οπτικές διατάξεις αναγνώρισης χαρακτήρων, διαστασιακές τεχνικές μέτρησης μεγέθους αντικειμένων, τεχνικές Laser στην επεξεργασία υλικών και στις γραφικές τέχνες. Παντού βλέπουμε νέα προϊόντα να βασίζονται στις οπτικές τεχνολογίες αλλάζοντας την καθημερινότητα και επηρεάζοντας αισθητά το άμεσο μέλλον.

Το Δεκέμβριο του 2000 γιορτάστηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο τα 100 χρόνια της μοντέρνας Φυσικής. Δικαίως μπορεί να χαρακτηριστεί ο νέος αιώνας ως αιώνας των Οπτικών Τεχνολογιών (ΟΤ). Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι οι εφαρμογές τους είναι τεχνολογίες αιχμής, αλλά επειδή θεωρούνται ικανές να μεταμορφώσουν ουσιαστικά τα πεδία της πληροφορικής, των επιστημών υγείας, της βιομηχανίας, καθώς επίσης και την ενεργειακή πολιτική και υποδομή μίας χώρας. Χαρακτηριστικό πεδίο εφαρμογών των ΟΤ είναι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, τον οποίο πλαισιώνει ένα πλήθος από κύριες συσκευές (π.χ. οθόνη, πληκτρολόγιο, ποντίκι, δίσκοι αποθήκευσης δεδομένων κ.ά.) ή περιφερειακές συσκευές, όπως διάφοροι τύποι εκτυπωτών (laser, inkjet, plotter), σαρωτές εικόνας και κειμένου, modem για τηλέφωνο και τηλεομοιότυπο και σύνδεση με το Διαδίκτυο.

Η αμερικανική ήπειρος έχει προχωρήσει ταχύτερα στις νέες τεχνολογίες, συγκριτικά με την Ευρώπη και τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Επίκαιρο παράδειγμα είναι η αποκωδικοποίηση του DNA από δύο μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, όπου τα επιτεύγματα της γενετικής οφείλονται κυρίως στις σημερινές ΟΤ που δεν ήταν διαθέσιμες πριν 10 ή 20 χρόνια. Πιστεύεται ότι τα αποτελέσματα των ΟΤ θα ακολουθήσουν έναν παράλληλο δρόμο με εκείνον της ιστορίας των Lasers. Τι εννοούμε: όπως είναι γνωστό, το θεωρητικό υπόβαθρο για τη δράση εκπομπής Laser ήταν ήδη γνωστό από τη δεκαετία του ΄10, όταν το 1917 ο Einstein είχε μιλήσει για τη διαδικασία της αυθόρμητης και της εξαναγκασμένης εκπομπής. Όμως χρειάστηκαν να περάσουν 46 ολόκληρα χρόνια, ώστε επιστήμονες να δημιουργήσουν την πρώτη ακτίνα Laser. Από το 1960 μέχρι σήμερα οι εφαρμογές Laser έχουν κατακλύσει την Τεχνολογία. Κάτι ανάλογο θα συμβεί και με τις ΟΤ. Από τη στιγμή που έχουμε ένα σύγχρονο εργαλείο μπορούμε, με ταχείς ρυθμούς, να εφευρίσκουμε νέες μεθοδολογίες και να παράγουμε νέα τεχνολογικά προϊόντα.

Ο ανταγωνισμός στο χώρο των ΟΤ είναι σκληρός. Οικονομικά εύρωστες ευρωπαϊκές χώρες για να μην χάσουν «το τρένο» της τεχνολογίας (άλλα «τρένα» που έχουν χαθεί είναι εκείνο της φαρμακολογίας, της πρώτης και δεύτερης γενεάς των ηλεκτρονικών) έχουν αναπτύξει στρατηγικά προγράμματα ευρείας κλίμακας, με προϋπολογισμούς δις ευρώ για τη στήριξη ερευνητικών προγραμμάτων και την επιχορήγηση προγραμμάτων εφαρμοσμένης έρευνας. Enabling Technology είναι μία συνηθισμένη έκφραση που ακούμε συχνά στους διαδρόμους ερευνητικών εργαστηρίων, κατά τη διάρκεια επιστημονικών συμποσίων ή διαλέξεων. Στα ελληνικά, θα μπορούσαμε να την μεταφράσουμε ως «το ισχυρό υπόβαθρο» για την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών με αντίστοιχες εφαρμογές στο κοντινό μέλλον. Συνεπώς, όταν μιλάμε σήμερα για Εnabling Technology σίγουρα αναφερόμαστε και στις ΟΤ. Παρακάτω θα δώσουμε σε μία συνοπτική εικόνα τις σπουδαιότερες εφαρμογές, στις οποίες εκτιμούμε ότι οι ΟΤ ικανοποιούν την παραπάνω εκτίμηση.

Πληροφορική και τηλεπικοινωνίες
«Όλη η γη είναι τυλιγμένη στα δικά μας καλώδια» αναγράφεται στην είσοδο μίας πολυεθνικής εταιρείας οπτικών καλωδίων. Πράγματι, το δίκτυο των οπτικών καλωδίων δεν αυξάνει από μέρα σε μέρα, αλλά γίνεται συνεχώς «πυκνότερο» χρησιμοποιώντας παράλληλα οπτικά κανάλια WDM (wavelength division multiplexing) και πολλαπλασιάζοντας γεωμετρικά το πλήθος των ταυτόχρονων ψηφιακών επικοινωνιών. Το τελευταίο αυτό σημείο σχετίζεται με την κινητή τηλεφωνία και ειδικότερα με τα τηλέφωνα τρίτης γενεάς UMTS (universal mobile telecommunication system), η οποία αναμένεται να αξιοποιήσει αποδοτικά τη χωρητικότητα των χρησιμοποιούμενων οπτικών καναλιών, κάνοντας πραγματικότητα τις ασύρματες εφαρμογές πολυμέσων, αλλά και τις περιηγήσεις στο Διαδίκτυο. Οπτικά καλώδια και οπτικοί ενισχυτές, συστήματα επιλογής συχνοτήτων, μονοχρωματικές πηγές Laser, υπερταχείες ανιχνευτικές διατάξεις, διακλαδωτές και κόμβοι είναι τα «βαριά χαρτιά» ενός χρηματιστηρίου που θα μπορούσε να ανήκει στις Οπτικές Τεχνολογίες. Η αποθήκευση δεδομένων με τη βοήθεια οπτικών μεθόδων είναι γνωστή από τη χρήση των CDs. Επίσης, κυκλοφόρησαν και ψηφιακοί δίσκοι DVD (Digital Versatile Disc), που διαθέτουν πολλαπλάσια δυνατότητα ψηφιακής αποθήκευσης δεδομένων. Σε μία συσκευή για DVD μπορούμε να αποθηκεύσουμε κινούμενη εικόνα, π.χ. από μία ψηφιακή βιντεοκάμερα, που απαιτεί αρκετό χώρο αποθήκευσης, πολλές φορές μερικά GB.

Στα επόμενα χρόνια ενδεχομένως η συσκευή DVD να αντικαταστήσει το παραδοσιακό video (VHS), επειδή τα αποθηκευμένα αντίγραφα των ταινιών δεν θα αλλοιώνονται με το χρόνο. Το video θα θεωρείται τότε ότι το σημερινό μαγνητόφωνο, ένα σπουδαίο συλλεκτικό κομμάτι. Η οπτική απεικόνιση και απόδοση δεν θα σταματήσει εδώ. Το επόμενο βήμα θα είναι η ολογραφική επεξεργασία μίας εικόνας, ώστε να της αποδοθούν χαρακτηριστικά βάθους και να γίνει προβολή σε τρισδιάστατο χώρο. Ένα σημαντικό στοιχείο που ενδιαφέρει το χρήστη είναι η εμφάνιση των δεδομένων στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή (Η/Υ) και σε κάθε άλλη μορφή (display, οπτικοί δείκτες κ.ά.). Η τεχνολογία προχωρά και σε αυτόν τον κλάδο με την κατασκευή εργονομικών σχημάτων (π.χ. επίπεδες οθόνες) και τη χρήση τεχνικών (υγροί κρύσταλλοι, πολωτικές διαφάνειες κ.ά.). Έτσι, οι οθόνες υγρών κρυστάλλων π.χ. στην κινητή τηλεφωνία προσφέρουν υψηλή ευκρίνεια και ευχρηστία, ενώ πλεονεκτούν και στη λειτουργικότητά τους ως οθόνες αφής. Τα τελευταία χρόνια έχουν αντικατασταθεί σε αυτοκινητόδρομους πολλών ευρωπαϊκών χωρών οι μόνιμες προειδοποιητικές πινακίδες ρύθμισης της κυκλοφορίας με οπτικούς οδοδείκτες, που έχουν τη δυνατότητα πολλαπλών επιλογών ανάλογα με τις κυκλοφοριακές απαιτήσεις.

Ιατρική και γενετική
Οι ΟΤ έχουν μακρά παράδοση στην Ιατρική. Ο κόσμος των μικροβίων ανακαλύφθηκε με τη χρήση οπτικών οργάνων (π.χ. μικροσκόπιο). Το οπτικό μικροσκόπιο είναι τόσο σημαντικό στην Ιατρική όσο και ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής για το θεωρητικό επιστήμονα.

Σήμερα, με την ανάπτυξη μικροσκοπικών τεχνικών στην Ενδοσκοπία, μπορούμε να πετύχουμε χειρουργικές επεμβάσεις σε δύσκολα προσβάσιμα σημεία του ανθρώπινου σώματος (π.χ. γόνατο). Κάθε χρόνο χιλιάδες ασθενείς υποβάλλονται παγκοσμίως σε εγχείρηση αρθροπλαστικής, μία επίπονη διαδικασία κατά την οποία το γόνατο ή το ισχίο αντικαθίσταται με τεχνητό εμφύτευμα. Εξειδικευμένοι σε θέματα βιοϊατρικής, σε συνεργασία με μηχανικούς και φυσικούς, προσπαθούν να τελειοποιήσουν μία νέα θεραπεία που θα αντικαθιστά την εγχείρηση με την αποκαλούμενη εγχεόμενη μηχανική ιστών. Ο χειρισμός των λεπτεπίλεπτων χειρουργικών εργαλείων επιτυγχάνεται με καθοδήγηση των οπτικών ινών. Πρόκειται δηλαδή για μία πλοήγηση του χειρουργού, όπως γίνεται και στο πιλοτήριο ενός αεροπλάνου με την καθοδήγηση του πύργου ελέγχου. Οι ευεργετικές ιδιότητες του φυσικού φωτός ως μέσον θεραπείας ήταν γνωστές από την αρχαιότητα. Όμως αυτό άλλαξε με την εφεύρεση των ακτίνων Laser. Μέσα από ένα οπτικό καλώδιο μπορεί να μεταφερθεί οποιοδήποτε ποσό φωτεινής ενέργειας, σε οποιαδήποτε δόση και μορφή και να αλληλεπιδράσει με την ύλη σε έναν απόλυτα συγκεκριμένο χώρο, χωρίς τα γειτονικά τοιχώματα της ύλης να αντιληφθούν τη δράση του. Η χρήση των Lasers στην Οφθαλμολογία είναι η συχνότερη των εφαρμογών, που συναντάμε σήμερα στο χώρο της Ιατρικής και ακολουθούν οι δερματολογικές παθήσεις και οι χειρουργικές επεμβάσεις. Όμως, η πιστοποίηση ότι μία τεχνική είναι κατάλληλη για την αντίστοιχη ιατρική εφαρμογή μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια. Έτσι π.χ. η αντικατάσταση του επώδυνου τροχού του οδοντογιατρού με την εφαρμογή κάποιας ΟΤ είναι πιθανώς ακόμη ένα μακρινό επίτευγμα. Enabling Technology θεωρούνται οι ΟΤ και στην έρευνα της γενετικής που ερευνά την αποτύπωση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Έχει εκτιμηθεί ότι 5000 έως 10000 γονίδια και οι πρωτεΐνες τους είναι υπεύθυνα για την εμφάνιση των εκατό πιο διαδεδομένων ασθενειών. Οι πρωτεΐνες συμμετέχουν σε κάθε λειτουργία του κυττάρου, από το μεταβολισμό των τροφών μέχρι την καταπολέμηση των ασθενειών.

Με τον όρο μοριακή απεικόνιση περιγράφουμε τεχνικές που δίνουν τη δυνατότητα στους ερευνητές να παρακολουθούν γονίδια, πρωτεΐνες και άλλα μόρια του οργανισμού. Ερευνητικές ομάδες σε όλο τον κόσμο χρησιμοποιούν μαγνητικές και πυρηνικές τεχνικές και τεχνικές οπτικής απεικόνισης, μελετώντας την αλληλεπίδραση των μορίων που αποτελούν τη βάση βιολογικών διαδικασιών. Αν τέτοιες πρωτεΐνες έλθουν σε επαφή με ενεργές ουσίες και ακτινοβοληθούν με ακτίνες Laser, τότε ο επαγόμενος φθορισμός (Laser-induced fluorescence) θα μας πληροφορήσει για τα αποτελέσματα της αλληλεπίδρασης. Π.χ. ασθένειες, όπως είναι ο καρκίνος, οι καρδιακές παθήσεις ή το Αλτσχάιμερ, έχουν μία γενετική συνιστώσα να αλληλεπιδρούν με περισσότερα γονίδια ανάλογα με την προδιάθεση του ατόμου. Από μετρήσεις του επαγόμενου φθορισμού, θα είναι εφικτό να σχεδιαστούν εξετάσεις για τον προσδιορισμό της πιθανότητας που έχει το άτομο να αναπτύξει την ασθένεια. Κλινικές δοκιμές έχουν ήδη αρχίσει και στα επόμενα χρόνια η μοριακή απεικόνιση θα αντικαταστήσει βιοψίες, μαστογραφία και άλλες διαγνωστικές μεθόδους. Η τεχνολογία των συστημάτων Laser προσφέρει σήμερα οπτικούς παλμούς με χρονική διάρκεια μερικών femtosecond, που επιτρέπουν να δούμε σε μοριακό και βιολογικό επίπεδο την εξέλιξη υπερταχέων διεργασιών.

Στην Ιατρική, ο κύριος ρόλος των ΟΤ προσανατολίζεται προς την εφαρμοσμένη έρευνα. Η εισαγωγή νέων διαγνωστικών τεχνικών (π.χ. υπέρηχοι, αξονικοί τομογράφοι, μαγνητογραφήματα, θερμογραφία κ.ά.) και πρωτότυπων θεραπευτικών μεθόδων (π.χ. συσκευές Laser σαν όργανα εγχειρήσεων, μέθοδοι κρουστικών κυμάτων κ.ά.) βασίζονται συνήθως σε τελευταίου τύπου μεθοδολογίες και σε πρόσφατες μελέτες της αλληλεπίδρασης των κυττάρων με την ακτινοβολία.

Τεχνητός φωτισμός
Ο άνθρωπος μέσα από την πάροδο του χρόνου κατέβαλε προσπάθειες για τη δημιουργία τεχνητού φωτός, που θα του επέτρεπε να κινείται και να εργάζεται κατά τις νυκτερινές ώρες. Το σκοτάδι πάντα του προκαλούσε ένα αίσθημα φόβου και αβεβαιότητας, ίσως γιατί αχρήστευε τη βασικότερη από τις αισθήσεις του, την όραση. Οι προσπάθειες δεν απέδιδαν τους αναμενόμενους καρπούς. Ακόμη και στην πρώιμη περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης, ο φυσικός φωτισμός καθόριζε κατά πολύ τον τρόπο επιβίωσης του ανθρώπου.

Σήμερα, ο άνθρωπος μπορεί να σκέπτεται δημιουργικά, να παράγει και γενικά να εργάζεται καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου, μέσα σε χώρους εργασίας, χωρίς να επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. κακοκαιρία, ηχορύπανση, σκότος κ.ά.) χρησιμοποιώντας τεχνητό φωτισμό. Τις τελευταίες δεκαετίες μπορέσαμε να ρυθμίσουμε καλύτερα τις εργασιακές συνθήκες, εισάγοντας νέα μοντέλα εργασίας και ελεύθερου χρόνου, όπως το κυμαινόμενο ωράριο εργασίας. Στην πρόοδο του τεχνητού φωτισμού οφείλεται και η ανάπτυξη άλλων τεχνολογιών που σχετίζονται με την οδική ασφάλεια (π.χ. ρύθμιση κυκλοφορίας με οπτικούς σηματοδότες, κατασκευή νέων παραβολικών κατόπτρων για οχήματα που κατανέμουν τη φωτεινή ισχύ με τη βοήθεια αισθητήρων, ανάπτυξη οπτικών συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης κινδύνου για τους οδηγούς οχημάτων, οπτικές ενδείξεις στα κράσπεδα των αυτοκινητοδρόμων κ.ά.).

Ο εικαστικός φωτισμός είναι επίσης ένας κλάδος των ΟΤ. Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας στον τομέα των συστημάτων φωτισμού προσφέρει σήμερα τη δυνατότητα δραστικής επέμβασης στην οπτική προβολή και αισθητική παρουσίαση πολλών θεμάτων, που μέχρι χθες περιορίζονταν στον κλασικό τρόπο των εικαστικών τεχνών. Παράλληλα, η αντίληψη του σύγχρονου ανθρώπου για το χώρο που τον περιβάλλει και η συνεχής υποβολή του σε ποικίλα οπτικά ερεθίσματα καλλιεργεί υψηλές προσδοκίες για το οπτικό του περιβάλλον. Έτσι, ο εικαστικός φωτισμός έχει αποτελέσει στο δυτικό κόσμο ένα σημαντικό στοιχείο του χώρου κατά τις νυκτερινές ώρες. Το νυκτερινό τοπίο αφομοιώνεται εκ μέρους των πολιτών στις πόλεις και συνειδητοποιείται η αξία του, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται δεξιότητες διαχείρισης του εικαστικού φωτισμού με την απαραίτητη λεπτότητα. Ο φωτισμός εσωτερικών χώρων ακολουθεί νέες τεχνικές. Π.χ. μεγαλύτερη διάρκεια ζωής των λαμπτήρων, εξοικονόμηση ενέργειας, κατανομή της φωτεινής ισχύος ανάλογα με τις εργονομικές απαιτήσεις του χρήστη και ρύθμιση της φασματικής απόκρισης σύμφωνα με τις συνθήκες περιβάλλοντος αλλά και τις προσωπικές επιλογές. Παράλληλα αναπτύσσονται νέες τεχνολογίες παραγωγής ενέργειας από ήπιες μορφές ενέργειας (π.χ. ηλιακή, αιολική) και αντιμετωπίζεται σοβαρότερα το πρόβλημα της ρύπανσης ή της χρήσης τοξικών ουσιών (π.χ. του υδραργύρου). Είναι γνωστό πως η ενέργεια από τον ήλιο είναι η καλύτερη εναλλακτική λύση εξαιτίας των περιορισμένων αποθεμάτων σε πετρέλαιο και ορυκτό πλούτο.

Πολλοί ερευνητές έχουν στρέψει την προσοχή τους στο συνδυασμό νανοτεχνολογίας και ηλιακής ενέργειας. Στόχος τους είναι να παράγουν φωτοβολταϊκά υλικά, τα οποία θα επικαλύπτουν μία επιφάνεια σαν πλαστικό περιτύλιγμα ή μπογιά. Τα αποκαλούμενα νανοηλιακά κύτταρα θα μπορέσουν να ενσωματωθούν σε κατασκευαστικά υλικά και να παράγουν ενέργεια από την έκθεσή τους στον ήλιο.

Οπτικές τεχνολογίες στη βιομηχανική παραγωγή
Δεν αμφισβητεί κανένας το γεγονός ότι το φως του ηλίου είναι η καλύτερη πηγή για να απεικονίσει ένας καλλιτέχνης τα έργα του ή ένας φωτογράφος να αποθανατίσει ένα τοπίο με εξαιρετικά χρώματα. Όμως, οι ακτίνες Laser είναι ένα σπουδαίο επιστημονικό εργαλείο με μοναδικές ιδιότητες, όπως είναι η κατευθυντικότητα, η μονοχρωματικότητα και η λαμπρότητα της δέσμης. Τις οπτικές ιδιότητες των ακτίνων Laser εκμεταλλευόμαστε σήμερα στα διάφορα στάδια της βιομηχανικής παραγωγής.

Οι διαθέσιμες πηγές Laser είναι περισσότερο εύχρηστες, μικρότερων διαστάσεων, μπορούν να ρυθμιστούν από απόσταση ή μέσα από ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαθέτουν ένα ευρύ φάσμα μηκών κύματος εκπομπής, έτσι ώστε να είναι προσιτές σε φυσικές και χημικές διεργασίες. Οι οπτικές και φυσικοχημικές ιδιότητες των ακτίνων Laser ανοίγουν μία νέα σελίδα στη χρήση τους ως βιομηχανικά εργαλεία. Στην επεξεργασία μετάλλων, π.χ. συγκόλληση, κοπή και επεξεργασία επιφανειών, διαδραματίζουν έναν καθοριστικό ρόλο. Με μοντέρνες τεχνικές δεν πετυχαίνουμε μόνο καλύτερη ποιότητα βιομηχανικής παραγωγής, αλλά εξοικονόμηση ενέργειας και μεγαλύτερη οικονομική απόδοση. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει στο μέλλον πολλούς κλάδους (από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέχρι τις βιομηχανικές μονάδες) στη χρήση τεχνολογιών αιχμής σε συνδυασμό με τις ΟΤ.

Enabling Technology θεωρείται σήμερα η τεχνολογία των μικροκατασκευών, π.χ. κατασκευές SMD (surface mounted devices) και κινητά τηλέφωνα. Αυτή η αλλαγή, από την κλασική ηλεκτρομηχανική στην οπτικοηλεκτρονική διάσταση, δείχνει την τάση που αρχίζει να επικρατεί στις τεχνικές βιομηχανικής παραγωγής. Έτσι, οπτικές διατάξεις χρησιμοποιούνται ευρύτατα στη βιομηχανία των ημιαγωγών κατά την παραγωγή πλήρως ολοκληρωμένων κυκλωμάτων ή ημιαγωγικών στοιχείων, όπως είναι οι ημιαγωγοί Laser υψηλής απόδοσης ή άλλες οπτικοηλεκτρονικές διατάξεις. Η απαίτηση στη χρήση μικροδιατάξεων θα ωθήσει επαγωγικά την ανάπτυξη και άλλων επιστημονικών προϊόντων, όπως π.χ. νέες πηγές Laser υπεριώδους, τεχνολογία των λεπτών υμενίων κ.ά.Οι ΟΤ θεωρούνται σήμερα το κλειδί για σύγχρονες τεχνικές, που μπορούν να εφαρμοστούν με επιτυχία στη βιομηχανική παραγωγή του αύριο.

Οπτικοί αισθητήρες
Ηλεκτρονικοί κατάσκοποι ή ηλεκτρονικά μάτια θεωρούμε όλες εκείνες τις διατάξεις που μπορούν να ανιχνεύουν την ύπαρξη οσμών ή και αιωρούμενων ρυπογόνων σωματιδίων, να «αισθάνονται» θερμοκρασιακές μεταβολές, μεταβολές μηχανικής πίεσης και μικροδονήσεις δαπέδου ή να μετρούν τη ροή του φυσικού αερίου σε κλειστούς αγωγούς. Οι διατάξεις αυτές ανήκουν στην ίδια κατηγορία των οπτικών αισθητήρων, η κατασκευή των οποίων απαιτεί τη χρήση σύγχρονων οπτικών τεχνολογιών. Στον κλάδο της ρομποτικής αναφέρουμε, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, την αυτόνομη κίνηση ενός ρομπότ, που καθοδηγείται από οπτικούς αισθητήρες. Μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες εκτελούν πιλοτικά προγράμματα πλοήγησης οχημάτων χωρίς οδηγό, όπου οπτικοί υπέρυθροι αισθητήρες αναλαμβάνουν την οδήγηση μέσα στη «ζούγκλα» των φωτεινών σηματοδοτών και της οδοσήμανσης.

Η μηχατρονική (Mechatronics) είναι η νέα κυρίαρχη τάση στην αυτοκινητοβιομηχανία. Πρόκειται για το συνδυασμό γνωστών μηχανικών συστημάτων με νέα οπτικοηλεκτρονικά συστατικά και «έξυπνο» λογισμικό. Τα φρένα, για παράδειγμα, μελλοντικά θα λειτουργούν με ηλεκτρομηχανικούς και όχι υδραυλικούς μηχανισμούς. Πρωτοποριακές έρευνες βασίζονται στην ανάπτυξη λογισμικού που «αντιλαμβάνεται» και διορθώνει τα προβλήματα στο σύστημα των φρένων (σε πραγματικό χρόνο) λαμβάνοντας δεδομένα από αισθητήρες. Ο τομέας της μηχατρονικής εξαπλώνεται διαρκώς χάρη στους μικροεπεξεργαστές, στους εξελιγμένους αισθητήρες και στην αυστηρότερη νομοθεσία περί εκπομπής καυσαερίων των οχημάτων. Στο μέλλον, δίκτυα μικροσκοπικών ασύρματων αισθητήρων θα παρακολουθούν το περιβάλλον, τα μηχανήματα και τον άνθρωπο.

Η έρευνα στηρίζεται, προς το παρόν, στη δημιουργία «έξυπνου» λογισμικού, το οποίο θα επιτρέπει στους αισθητήρες να επικοινωνούν μεταξύ τους. Χρησιμοποιώντας τέτοιου είδους δίκτυα θα είναι δυνατή η παρακολούθηση σεισμών και η καταγραφή του μικροκλίματος σε εθνικούς δρυμούς ή προστατευμένες ορεινές περιοχές. Στόχος όλων των ερευνών είναι η ελαχιστοποίηση του μεγέθους τους, ώστε να εισχωρούν στην επιφάνεια του οδοστρώματος, σε κατασκευαστικά υλικά, σε υφάσματα και στο ανθρώπινο σώμα. Ένα ευρύ πεδίο εφαρμογών αισθητήρων συναντάμε, σήμερα, στον τομέα της ασφάλειας κτηρίων και οικοδομών, καθώς επίσης και στην επιτήρηση οικιακών συσκευών. Από την προστασία χώρων με υπέρυθρες ακτίνες μέχρι τη λειτουργία του θερμοστάτη στο θερμοσίφωνα ή την καφετιέρα.

Οι αισθητήρες χρησιμοποιούνται ευρέως στην Ιατρική και ειδικότερα στον κλάδο της πρόληψης. Μία απλή, σε διαδικασία, ανάλυση αίματος μπορεί να γίνει με τη βοήθεια αισθητήρων στο σπίτι του ασθενή. Οι αναλύσεις μεταφράζονται σε δεδομένα, τα οποία είτε ο ίδιος ο ασθενής μπορεί μόνος του να αξιολογήσει είτε στέλνονται ηλεκτρονικά στο συνδεδεμένο με το διαδίκτυο νοσοκομείο ή κέντρο υγείας, το οποίο αποφασίζει για τη θεραπεία που θα ακολουθήσει ο ασθενής. Οποιοσδήποτε μπορεί επομένως να αντιληφθεί, πόσο χρήσιμη θα ήταν αυτή η μέθοδος π.χ. στους διαβητικούς ή σε άλλες κατηγορίες ασθενών, που χρήζουν συνεχούς παρακολούθησης.

Επίλογος
Οι Οπτικές Τεχνολογίες βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο του επιστημονικού και τεχνολογικού ενδιαφέροντος. Οπτικές επικοινωνίες, ιατρικές εφαρμογές, μελέτες του ατμοσφαιρικού περιβάλλοντος και θέματα ενεργειακής πολιτικής θα απασχολήσουν την κοινωνία μας τις επόμενες δεκαετίες. Εδώ ανοίγει ένα μεγάλο κεφάλαιο που υπόσχεται τη δημιουργία νέων «φωτονικών» επαγγελμάτων, με ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Αυτές οι δραστηριότητες θα εκτείνονται από το μηχανικό των συστημάτων εφαρμογής και εκείνον της επεξεργασίας εικόνας μέχρι το θεωρητικό επιστήμονα και θα έχει αφετηρία το ίδιο το φωτόνιο.